Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2020

κι ήσουν στην τόλμη σου γλυκός, ταύρος μαζί κι αηδόνι

 


Γιε μου ποια Μοίρα στο 'γραφε

και ποια μου το 'χε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά
στα στήθια μου ν' ανάψει;

Πουρνό - πουρνό μου ξύπνησες,
μου πλύθηκες, μου ελούστης
πριχού σημάνει την αυγή
μακριά ο καμπανοκρούστης.

Κοίταες μην έφεξε
συχνά - πυκνά απ' το παραθύρι
και βιάζοσουν σα νάτανε
να πας σε πανηγύρι.

Είχες τα μάτια σκοτεινά,
σφιγμένο το σαγόνι
κι ήσουν στην τόλμη σου γλυκός,
ταύρος μαζί κι αηδόνι.

Και γω η φτωχειά κ' η ανέμελη
και γω η τρελή κ' η σκύλα,
σού 'ψηνα το φασκόμηλο
κι αχνή η ματιά μου εφίλα.

Μια - μια τις χάρες σου, καλέ,
και το λαμπρό σου θώρι
κι αγαλλόμουν και γέλαγα
σαν τρυφερούλα κόρη.

Κι ουδέ κακόβαλα στιγμή
κι ούδ' έτρεξα ξοπίσω,
τα στήθια μου να βάλω μπρος
τα βόλια να κρατήσω.

Κι έφτασ' αργά κι, ω, που ποτές
μην έφτανε τέτοια ώρα
κι, ω, κάλλιο να γκρεμίζονταν
στο καύκαλό μου η χώρα.

Σήκω, γλυκιέ μου, αργήσαμε'
ψηλώνει ο ήλιος' έλα,
και το φαγάκι σου έρημο
θα κρύωσε στην πιατέλα.

Η μπλε σου η μπλούζα της δουλειάς
στην πόρτα κρεμασμένη,
θα καρτεράει τη σάρκα σου
τη μαρμαρογλυμμένη.

Θα καρτεράει το κρύο νερό
το δροσερό σου στόμα,
θα καρτεράει τα χνώτα σου
τ' ασβεστωμένο δώμα.

Θα καρτεράει κ' η γάτα μας
στα πόδια σου να παίξει
κι ο ήλιος αργός θα καρτερά
στα μάτια σου να φέξει.

Θα καρτεράει κ' η ρούγα μας
τ΄αδρό περπάτημά σου
κ' οι γρίλιες οι μισάνοιχτες
τ' αηδονολάλημά σου.

Και τα συντρόφια σου, καλέ,
που τις βραδιές ερχόνταν
και λέαν και λέαν κι απ' τα ίδια τους
τα λόγια εφλογιζόνταν.

Και μπάζανε στο σπίτι μας
το φως, την πλάση ακέρια,
παιδί μου, θα σε καρτεράν
να κάνετε νυχτέρια.

Και 'γω θα καρτεράω σκυφτή
βράδυ και μεσημέρι,
να 'ρθει ο καλός μου, ο θάνατος,
κοντά σου να με φέρει.

Γιάννης Ρίτσος - Επιτάφιος
(Απόσπασμα)