ΜΙΑ ΑΠΟΥΣΙΑ
Σ' αναζήτησα σήμερα, στο βροχερό πρωί, και δεν σε βρήκα. Προχώραγε η ώρα με
σιγανοψιχάλισμα κι ο λεπτός γκρίζος ίσκιος σου δεν διαγραφόταν στην απέναντι
πλευρά του δρόμου, κάτω απ' τα παράθυρά μου. Πλάι - πλάι όπως πάντα οι δυο
κάδοι, ο μπλε και ο πράσινος, αλλά άφαντος ο σχεδόν μόνιμος σκαλιστής τους, ο
ψάχτης τους. Περνούσαν και κάτι οργανωμένοι ρακοσυλλέκτες με καρότσι, που και
που, τον τελευταίο καιρό, αλλά η δική σου παρουσία ξεχώριζε. ''Νύχτωσε κι
εκείνος ο λεπτός κύριος δεν φάνηκε στους κάδους
όπως πάντα..'' ψιθύρισε χθες το απόγευμα η μητέρα. '' Και τον είχα
συνηθίσει...τόσο καλοβαλμένος...'' Δεν απάντησα, την άφησα να συνεχίσει το
μουρμουρητό της, μόνη της, σα μονόλογο : '' Καλέ, το φαντάζεσαι! Να ψάχνουν
άνθρωποι που δεν σού πάει ο νους στα σκουπίδια! Που φτάσαμε! ''
Δεν έβλεπα τι έβρισκες στις
σακκούλες που άνοιγες κι έπαιρνες