Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Γιάννης Λακούτσης : Θαλάσσιον τέρας γιγαντιαίου μεγέθους

                         


 Θαλάσσιον  τέρας  γιγαντιαίου  μεγέθους

Οι  καρχαρίες  ζουν  στις  θάλασσες  εδώ  και  360  εκατομμύρια  χρόνια. Η εμφάνισή  τους  κοντά  στις  ακτές  προκαλεί  ανησυχία στους λουόμενους.  Οι ειδικοί εμφανίζονται  καθησυχαστικοί.  Οι  επιθέσεις  καρχαριών  σε  ανθρώπους  στη  Μεσόγειο  είναι  σπάνιες,  ενώ  στην  Ελλάδα  τα  περιστατικά  είναι  ελάχιστα.   Η  πρώτη  αναφορά  επίθεσης  «θαλάσσιου  θηρίου»  σε  άνθρωπο,  καταγράφηκε  από  τον  ιστορικό  Ηρόδοτο  το  492  π.χ: «  Γιατί  λένε  πως  τα  καράβια  που  χάθηκαν  ήταν  κάπου  τριακόσια  και  οι  άνθρωποι  πάνω  από  είκοσι  χιλιάδες  γιατί  έτσι  η  θάλασσα  που  περιβρέχει  τον  Άθω  είναι  γεμάτη θηρία   όσο  καμιά  άλλη,  τους  άρπαζαν  τα  θηρία  και  τους   κατασπάραζαν,  ενώ  άλλους  τους  τσάκιζε  το  κύμα  πάνω  στα  βράχια»  Ηροδότου  Ιστορίες  Ερατώ  ΣΤ  44. 3).  Η  περιγραφή  «θαλάσσια  θηρία»  ταιριάζει  σε  καρχαρίες.  Κι  αυτό  δικαιολογείται  γιατί  την  εποχή  εκείνη,  δεν  είχαν  περιγραφεί  σαν  είδη. Αυτό  ξεκίνησε  ο  Αριστοτέλης  (384-322  π.χ)  στο  « Των  περί  τα  ζώα  ιστοριών»,  όπου  κατατάσσει  στην  ίδια  οικογένεια  σελάχια  και   καρχαρίες. Την  περιγραφή  αυτή  συνέχισε  και  ο Ρωμαίος  Πλίνιος  ο  Πρεσβύτερος (23-79 μ.χ).  Κατέταξε  τους  καρχαρίες  και   ανάφερε  τους  κινδύνους  που  διατρέχουν  οι  

σφουγγαράδες  δύτες  από  αυτούς.  Ο  αρχαίος  Έλληνας  ποιητής  Λεωνίδας  από  τον  Τάραντα,  το  214π.χ,  περιέγραψε την  τραγική  κατάληξη  του  δύτη  Θαρσή,  όταν  εκείνος  βούτηξε  να  ξεσκαλώσει  την  άγκυρα  και  ενώ  αναδυόταν  στην  επιφάνεια  και  άπλωνε  το  χέρι  για να  τον  τραβήξουν  και  να  τον  ανεβάσουν  στο  σκάφος,  ένας  καρχαρίας  με  μια δαγκωνιά  τον  έκοψε  στα  δύο: « Ένα  τεράστιο  κήτος  με  άρπαξε  και  μια  τρομερή  πριονωτή  καρχαρίνα  με  έκοψε  στα  δύο  από  τον  ομφαλό  και  κάτω.  Οι  ναύτες  τράβηξαν  από  τα  κύματα  το  μισό  μου  σώμα,  ένα  κρύο  βάρος,  ενώ  το  άλλο  μισό  το  κράτησε  το  κήτος.  Έτσι  ξένε,  σε  αυτή  την  ακτή  θάψαμε  τα  λιγοστά,  δυστυχισμένα  απομεινάρια  του  Θάρσυος,  που  δεν  κατάφερε  ποτέ  να  επιστρέψει  στην  πατρίδα  του».( Λεωνίδας  ο  Ταραντίνος Επιτάφιοι  VII,  Παλατινή  Ανθολογία- Επιτύμβιο).  Την  ίδια τύχη  με  τον  Θαρσή,  περίπου  το  110  μ.χ,  είχε  και  ένας  μύστης  ο  οποίος  κατέβηκε  σε  ένα  λιμανάκι  του  Πειραιά προκειμένου  να  πλύνει  τον  χοίρο  του,  για  τα  τελετουργικά  δρώμενα  των  Ελευσίνιων  μυστηρίων: « Μύστις   ο  οποίος  έπλενε  το  χοίρο  του στον   Κάνθαρο,  τον  άρπαξε  κήτος  και  κατάπιε  τα  κάτω  μέρη  του  σώματός  του  μέχρι  την  κοιλιά»  (Πλουτάρχου,  Βίοι  Παράλληλοι  Φωκίων  τ.7 ). Από  εκείνη  τη  χρονιά  δεν  έγιναν  γνωστά  άλλα  τέτοια  περιστατικά και  μέχρι  το  1800  που  υπήρξαν  αφηγήσεις  από   σφουγγαράδες  της  Σύμης,  της  Καλύμνου,  της  Χάλκης  και  της  Ερμιόνης,  οι  οποίοι  δέχτηκαν  επιθέσεις  καρχαριών,  κυρίως  σε  ξένες  θάλασσες. Ένα  από  τα  πιο  σοκαριστικά περιστατικά  που  έχουν  καταγραφεί  στην  ελληνική  ακτογραμμή  αφορά  την  επίθεση  καρχαρία  το  1847  στην  Αγγλοκρατούμενη  Κέρκυρα,  με θύμα τον  Βρετανό  στρατιώτη William  Mills. Στις  19/7/1847  γύρω  στις  7 μ.μ.,  ένας  πόρφυρας  ( έτσι  έλεγαν  στην  Κέρκυρα  τον  καρχαρία)  κατασπάραξε  κοντά  στο  μώλο  της  Μαντρακίνας  κάποιον  Άγγλο  στρατιώτη  που  κολυμπούσε.  Στις 12/ 24  Ιουλίου  ο  τοπικός  Τύπος  γράφει: « Θαλάσσιον  τέρας  γιγαντιαίου  μεγέθους  ώρμησεν  αιφνιδίως  κατά  στρατιώτου  του  36ου  τάγματος,  όστις  εκολύμβα μετά  τινων  άλλων  συντρόφων  του  πλησίον  τού  Μόλου  της  Μανδρακίνας.  Αφού  ήρπασεν  την  βοράν  του  με  τους  οδόντας,  ο  Καρχαρίας εβυθίσθη δια  να  την  καταφάγη,  αφίνων  την  επιφάνειαν  της  θαλάσσης  βαμμένην  με  αίμα…». Μετά  από  μερικές  ημέρες,  ( 19/31  Ιουλίου),  η  ίδια  εφημερίδα  επανέρχεται  στο   θέμα:  « ναύται  τινές  της  λέμβου  του  Υγειονομείου  είδον  σώμα  ανθρώπινον  πλέον  εις  την  ιδίαν  θέσιν  όπου  ο  δυστυχής  στρατιώτης  του  36  Τάγματος  έμεινεν  θύμα… ελλείπον  όμως  του  δεξιού  βραχίονος,  και  έχον  τον  αριστερόν μηρόν  και  άλα  μέρη  του σώματος  κατασχισμένα.  Το  πτώμα  μετεφέρθη  αμέσως  εις  το  παλαιόν φρούριον,  και  εκείθεν  εις  το  νεκροταφείον…».  Αργότερα  στον  Αγγλικό  Τύπο  θα  δημοσιευόταν  και  η  συγκλονιστική  περιγραφή  αυτόπτη  μάρτυρα:« Είχαμε  παρατηρήσει  πως  τρείς  στρατιώτες  κολυμπούσαν  σε  κάποια  απόσταση  από  την  ακτή,  με  σκοπό  να  κάνουν  το  γύρο  ενός  πολεμικού  ατμόπλοιου,  που  βρισκόταν  μεταξύ  Βίδο  και  της  Κέρκυρας,  κάτι  που  είχαν  εκτελέσει  και  κάποιοι  αξιωματικοί  της  φρουράς  το  πρωί.  Βρίσκονταν  σε  απόσταση  περίπου  μισού  μιλίου  από  την  ακτή  όταν  ξαφνικά  δόθηκε  σήμα  πως  πλησίαζε  καρχαρίας.  Δε  θα  ξεχάσω  ποτέ  την  εικόνα:  εκείνοι  έκαναν  μεταβολή  και  με  όλες  τους  τις  δυνάμεις  κολυμπούσαν  προς  την  ακτή,  καθώς  το  φοβερό  τέρας  κολυμπούσε  πίσω  τους  με  ταχύτητα,  με  μόνο  του  σημάδι  το  πτερύγιό  του… το  μακρύ  μαύρο  πτερύγιο  είχε  εξαφανιστεί.  Η  μάλλον  όχι.  Ο  καρχαρίας  είχε  απλά  βουτήξει  για  να  κάνει  τη  θανατηφόρα  επίθεσή  του,  και  σύντομα  ένα  ουρλιαχτό  έλεγε πως  κάποιος  από  τους  τρείς  ήταν  καταδικασμένος.  Τότε,  είδαμε  τον  άνδρα  αρπαγμένο  από  το  χέρι  και  τη  γκριζωπή  κοιλιά  του  καρχαρία  που  γυάλιζε  για  μερικά  δευτερόλεπτα  κάτω  από  τον  ήλιο,  καθώς  πάλευε  με  το  θύμα  του,  το  οποίο  βυθίστηκε  μπροστά  στα  μάτια  μας  χτυπώντας  φρενιασμένα  το  νερό. Ξαφνικά  ο  άτυχος  άνδρας  βγήκε  στην  επιφάνεια. Έπειτα  μια  τελευταία  μάχη,  μια  βουτιά,  και  όλα  είχαν  τελειώσει…». Ο  άδικος  θάνατος  του  νεαρού  στρατιώτη  συγκλόνισε  όλο  το  νησί.  Ο  Εθνικός  μας  ποιητής  Διονύσιος  Σολωμός,  εγκατεστημένος  στην Κέρκυρα  από  το  1828,  θα  καταγράψει  ως  το  τελευταίο ,  μετά  τον  «Κρητικό»  και  τους  «Ελεύθερους  Πολιορκημένους»,  τον  «Πόρφυρα»,  ένα  ποίημα  με  αφορμή  το  τραγικό  αυτό  συμβάν.  Η  επεξεργασία  διήρκησε  δύο  χρόνια  (1847-1849).  Ο  Σολωμός  δεν  κατέληξε  σε  ένα  οριστικό  κείμενο. «Ο  Πόρφυρας»,  από  τα  τελευταία  έργα  του  Σολωμού,  έγινε  γνωστός  μετά  την  έκδοση  του  Ιάκωβου  Πολυλά,  μαθητή  του  ποιητή. Ο εκδότης  βρέθηκε  σε  υλικό  κομματιασμένο.  Η  έκδοση  έγινε  από  διάφορα  χειρόγραφα  με  στίχους  ανακατεμένους,  με  διαφορετική  ύλη  με  προσθήκες,  ανακρίβειες,  ασύνδετα   χωρίς  λογικό  ειρμό  και  μπερδέματα  ασυγχώρητα,  «πολύτιμα  συντρίμματα»  όπως τα  χαρακτήρισε  ο  ίδιος.  Από  τον  Πολυλά  το  ποίημα  δημοσίευσαν  όλοι  οι  εκδότες  που  ακολούθησαν,  αφού  δεν  είχαν  υπ’ όψη  τους  τα χειρόγραφα. Πολλοί  θεώρησαν  τον  «Πόρφυρα»  ακατανόητο και  ασυναρτησία, τι  σχέση  μπορεί  να  έχει  ο  νέος  που  κοιτάζει  ένα  τριαντάφυλλο  μέσα  στο  φως  του  ήλιου,  με  έναν  νέο  που  κολυμπά  στη  θάλασσα  το  βράδυ. (απόσπασμα 2).  Ή  το  απόσπασμα  4:  «Γελάς  και  σύ  στα  λούλουδα…»,  το  οποίο  ανήκει  στους  «Ελεύθερους  Πολιορκημένους». Άλλοι  πάλι  θεώρησαν  το  ποίημα  ως  αλληγορικό  και  ο  θόρυβος,  στους  φιλολογικούς  κύκλους  και  περιοδικά,  θα συνεχιστεί  για  πολλά  χρόνια  μετά.

   

Ο  ΠΟΡΦΥΡΑΣ

1.Η Κόλαση  παντ’  άγρυπνη  σου στήθηκε  τριγύρου/Αλλά  δεν  έχει  δύναμη  πάρεξ  μακριά  και  πέρα/Μακριά  ‘πο  την  Παράδεισο,  και  συ  σ’  εσέ  ‘χεις  μέρος/ Μέσα  στα  στήθια  σου  τ’  ακούς,  Καλέ,  να  λαχταρίζει;/ 2. Κοιτάς  του  ρόδου  τη λαμπρή  πρώτη  χαρά  του  ήλιου,/ Ναι  πρώτη,  αλλ’  όμως  δεύτερη  από  το  πρόσωπό  σου!3. «Χιλιάδες  άστρα  στο  λουτρό  μ’  εμέ  να  στείλ’  η  νύχτα!»/  4. « Γελάς  και  συ  στα  λούλουδα,  χάσμα  του  βράχου  μαύρο»./ 5. Κοντά  ‘ ναι  το  χρυσόφτερο  και  κατά  δω  γυρμένο,/ Π’ άφησε  ξάφνου  το  κλαδί  για  του  γιαλού  την  πέτρα,/ Και  κει  γρικά  της  θάλασσας  και  τ’  ουρανού  τα  κάλλη,/ Και  κει  τραβά  τον  ήχο  του  μ’όλα  τα μάγια  πόχει./ Γλυκά  ‘δεσε  τη  θάλασσα  και  την  ερμιά  του  βράχου,/ Και  τ’άστρο  κράζει  πάρωρα,  και  πρέπει  να  προβάλει/ Πουλί  πουλάκι  που  σκορπάς  το  θαύμα  της  φωνής  σου,/ Ευτυχισμός  α  δεν  είναι  το  θαύμα  της  φωνής  σου,/ Καλό  στη  γή  δεν  άνθισε,  στον  ουρανό,  κανένα./ Αλλ’  αχ!  Να  δώσω  μια  πλεξιά,  και  να  ‘μαι  και  φθασμένος,/ Ακόμ’  αφρέ  μου,  να  βαστάς,  και  να  ‘μαι  γυρισμένος,/ με  δυο  φιλιά  της  μάνας  μου,  με  φούχτα  γη  της  γης  μου».6. «Φιλώ  τα  χέρια  μ’  και  γλυκά  το  στήθος  μ’  αγκαλιάζω./ Ανοιχτά  πάντα  κι  άγρυπνα  τα  μάτια  της  ψυχής  μου./ Ποια  πηγή  τάχα  σε  γεννά,  χαριτωμένη  βρύση;»/ 7. Φύση  χαμόγελ’  άστραψες  κι  εγίνηκες  δική  του/ Ελπίδα  τόδεσες  το  νού  μ’  όλα  τα  μάγια  πόχεις/ Νιος  κόσμος  όμορφος  παντού  χαράς  και  καλοσύνης./ Γύρου  κοιτά  να  τον  ιδεί (…)/ Κοντά ’ναι  κει  στον  νιον  ομπρός  ο  τίγρης  του  πελάγου/ Κι  αλιά!  Μακριά  ’ναι  το  σπαθί,  μακριά ’ναι  τουφέκι!/ Αλλ’  όπως  έσχισ’  εύκολα  βάθος  τρανό  κι  εβγήκε./ Κι  όρμησε (…)/ Κατά  τον  κάτασπρο  λαιμό  που  λάμπει  ωσαν  τον  κύκνο,/ Κατά  το  στήθος  το  πλατύ  και  το  ξανθό  κεφάλι,/ Κατά  τη  μεγαλόψυχη  γλυκιά  πνοή  της  νιότης./ Ετσι  κι  νιός(…)/ Της  φύσης  από  τις  όμορφες  και  δυνατές  αγκάλες,/ Οπού  τον  εγλυκόσφιγγε  και  του  γλυκομιλούσε,/ Κι  ευθύς  ξυπνά  στ’  ελεύθερο γυμνό  κορμί  π’  αστράφτει,/ Την  τέχνη  του  κολυμπιστή  μ’  αυτήν  του  πολεμάρχου.8. Πριν  πάψ’  η  μεγαλόψυχη  πνοή  χαρά  γεμίζει/ Άστραψε  φως  κι  εγνώρισεν  ο  νιος  τον  εαυτό  του/ Οι  κόσμοι  γύρου  ν’  άνοιγαν  κορόνες  να  του  ρίξουν……./Απομεινάρι  θαυμαστό ερμιάς  και  μεγαλείου,/ ‘Ομορφε  ξένε  και  καλέ,  και  στον ανθό  της  νιότης,/ ‘Αμε  και  δέξου  στο  γιαλό  του  δυνατού  την  κλάψα.

 

Πηγες: 1) «Εφημερίς  Επίσημος  Του  Ηνωμένου  Κράτους  Των  Ιονίων  Νήσων»  12/24  Ιουλίου  1847.2)«Γύρω στον Σολωμό  μελέτες  και  άρθρα» Λίνου Πολίτη. 3) «Ο  Πόρφυρας» Στυλ. Αλεξίου. 4) «Επιθέσεις  καρχαριών-καταγραφές  στην  Ελλάδα» Μανώλης  Μπαρδάνης. Corfuhistory.eu, corfustories.comcorfuland.gr  kefaloniapress.gr.

Γιάννης Λακούτσης