Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Βασίλης Γκάτσος : Λιμενικό Ταμείο και λιμενικά έργα. Πού το κέρδος για τον δημότη Ερμιόνης;



 Παρακολουθούμε τα έργα στη Μαρίνα Ερμιόνης. Συμφωνούμε ή διαφωνούμε με τη Μαρίνα, σε ένα σίγουρα συμφωνούμε: ότι τα έργα γίνονται από κατασκευαστικές εταιρείες λιμενικών έργων με μελέτες και προδιαγραφές.

Ο Μόλος στα αλώνια έγινε βιαστικά με ρίψη λίθων και μπαζών και επίστρωση της επιφάνειας με πλάκα τσιμέντου. Τέτοια "έργα" τον πρώτο χρόνο χαίρονται. Σταδιακά τα μπάζα διαλύονται κάτω από το τσιμέντο και παρασύρονται από τη θάλασσα, και η πλάκα στέκει πάνω στις μεγάλες πέτρες. Αρχικά ρηγματώνεται και στη συνέχεια γίνεται αυτό που δείχνει η φωτογραφία. Τα κόκκινα κολονάκια δείχνουν τον κίνδυνο, αλλά ποιος παίρνει την απόφαση ότι δεν συμβαίνει το ίδιο στο μεγαλύτερο μέρος του μόλου;

Φυσικά δεν είμαστε οι μόνοι. Την εποχή των Ολυμπιακών Αγώνων φτιάχτηκαν οι προκυμαίες μπροστά από το Νέο Φάληρο και το Μοσχάτο, κανονικά με μεγάλα μπλόκια που μπαζώθηκαν πίσω προφανώς με ακατάλληλα μπάζα και η επιφάνεια στρώθηκε με χοντρή τσιμεντόπλακα. Εκεί έκαναν τη βόλτα τους οικογένειες, αλλοί ψάρευαν, έκαναν ποδήλατο κ.λ.π. Σε 10-15 χρόνια σε πολλά σημεία η πλάκα έσπασε και κατέρρευσε, λες και από κάτω της υπήρχε κενό 2 μέτρων! Η θάλασσα (εκεί σηκώνει κύματα 2 μέτρων με νοτιά και σοροκάδα) κατέφαγε το μπάζωμα παρόλο που μπροστά είχε κανονικά μπλόκια. Με άλλα λόγια η θάλασσα είναι θεριό και αλίμονο όποιος την αγνοήσει.  Ακόμη και η Μαρίνα Ερμιόνης θα έχει να αντιμετωπίσει τον ισχυρό γραιγολεβάντε που κάθε 4-5 χρόνια χτυπάει το λιμάνι και τα κύματα πηδούν πάνω από το Μόλο που πιάνει το καράβι της γραμμής.

Στα Μαντράκια αρχές Αυγούστουη δυτική γωνία του Μόλου(αυτού που τον φτιάξαμε για να δεχόμαστε κρουαζιερόπλοια, γιατί από φαντασιοπληξία άλλο τίποτε!) ήταν περιφραγμένη με κόκκινη ταινία και στα Αγγλικά ταμπέλα "ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ". Μετα από λίγες μέρες τα προστατευτικά μέτρα διαλύθηκαν και όχι μόνον περνούσαμε όλοι από εκεί, αλλά έδεναν και μεγάλα κότερα. Κανένας του Λιμενικού Ταμείου δεν νοιάστηκε. Τότε προς τι η απαγόρευση;

Στη συνέχεια ένα μεγάλο μέρος της προκυμαίας έχει αρχίσει να κάνει κενό περί τους 1-2 πόντους κατά μήκος που σημαίνει ότι το κρηπίδωμα υποχωρεί μπροστά στη διαλυτική δύναμη της θάλασσας. Περνώντας όμως την γλύστρα στης κυρά Φανιώς (κέντρο παλιό ΒΕΓΓΕΡΑ) η οποία πρόσφατα έγινε προκυμαία, το κρηπίδωμα σε μεγάλο μήκος έχει πάρει κλίση και έχει κάνει κενό 5-10 πόντων(!) και όμως δένουν κανονικά τα κότερα. Εδώ ποιος εκτιμά ότι δεν υπάρχει κίνδυνος;
Αν ξεχάσει κάποιο κότερο να λύσει κάβο και βάλει μπρος, μπορεί να δούμε το: Τσίτσο!!!! το λιμάνι φεύγει!!!!

Όλοι οι παλιοί Μαντρακιώτες ξέρουμε ότι το μπάζωμα των μαντρακιών έγινε με κοινά μπάζα και χώματα και το κρηπίδωμα πρόχειρο με τσιμεντο τοιχείο επί των μπαζών, χωρίς μελέτες, χωρίς ποιότητα, χωρίς προδιαγραφές. Είναι στον αέρα και κάθε τόσο θα γίνονται ακριβές επισκευές πάλι στον αέρα.
Και να το οξύμωρο: Το Λιμενικό Ταμείο Ερμιονίδας έχει κατά κανόνα κέρδη, αλλά εκ του καταστατικού πρέπει να τα ρίχνει σε έργα επί του αντικειμένου του! Δηλαδή δεν μπορούν τα κέρδη του να χρηματοδοτήσουν άλλου είδους έργα του Δήμου. Έτσι ό,τι βγάζει θα πηγαίνει σε συντήρηση και επισκευές και τι μένει για το χωριό της Ερμιόνης; Οι αγορές των τουριστών που φέρνουν τα κότερα που κατά κοινή ομολογία σε λίγο θα έχουν περιοριστεί στο ελάχιστο, κυρίως σούπερ μάρκετ και καμιά ντομάτα από μανάβικο.

Οι σοφοί προγονοί μας όμως δεν είχαν πρόβλημα γιατί σέβονταν τη θάλασσα. Το μαντράκι του Τροκαντερού, το διασημότερο, είχε περιμετρικά μεγάλες πέτρες και εσωτερικά ήταν στρωμένο κάτω με μικρότερες και βότσαλα και γέμισμα των κενών με χώμα και άμμο. Με τη γερή σοροκάδα, για μια μέρα σήκωναν τις πέτρες και, αν κάπου είχε υποχωρήσει το χώμα, έστρωναν λίγο καινούργιο. Πρακτικά απροβλημάτιστα ήσαν όλα τα μαντράκια, αλλά οι καραβοκυραίοι μας, οι σφουγγαράδες μας, πλούσιοι και φτωχοί, καταδέχονταν να πατάνε χώμα, ενώ σήμερα οι του πολιτζμού και της ριβιέρας δεν καταδέχονται, μόνο σε τσιμέντο και μάλιστα σταμπωτό πατούν.

Στη θέση που παλιά ήταν το μαντράκι του αείμνηστου μπαρμπα Γιάννη Κοταρά, δίπλα στο μόλο και ανατολικά του, υπάρχει σκάλα και κάνουν ορισμένοι μπάνιο στα ρηχά φοβούμενοι τα κότερα.
Στα δυτικά, στο μοντερνοποιημένο πλέον μαντράκι του μπαρμπα Προκόπη Φολώκα, η άμμος συσσωρεύεται στο εσωτερικό του, όπως και στο παραδίπλα, και άνετα κολυμπούν εκεί οι περίοικοι (βλέπε φωτογραφίες). Τα νερά είναι καθαρά.
Με άλλα λόγια υπάρχει μεγάλη ανάγκη να έχουμε μπανιέρες στα Μαντράκια όπως παλιά.Άλλωστε είναι το πρώτο που ζητούν οι τουρίστες βραχυχρόνιας μίσθωσης και φυσικά οι Ερμιονίτες: Να κατεβαίνουν από τα σπίτια τους με το μαγιό και να κάνουν μπάνιο. Αλλά και οι από τα κότερα στου Μαστρογιάννη τη σκάλα κολυμπούν.
Μήπως είναι καιρός να αλλάξουμε κεφάλι όπως λέγανε οι παλιοί, και να αποκαταστήσουμε τα παλιά μαντράκια χωρίς αυτοκίνητα, ένα ενιαίο θαυμάσιο παιδότοπο μέσα στη ναυτική μας παράδοση; Μήπως οι καθιζήσεις, οι ρηγματώσεις κ.λ.π. της σταμπωτής ταφόπλακας των μαντρακίων είναι θεϊκά σημάδια - μηνύματα για την αποκατάσταση του θείου αυτού τόπου;
Και η εστίαση τι θα γίνει;
Ποια εστίαση; Ένα δύο μήνες έχουν δουλειά, πολλά ήδη έχουν κλείσει εδώ και χρόνια, 5-6 δουλεύουν μόνο καλοκαιρινή σεζόν και τα υπόλοιπα απλά διατηρούνται ανοιχτά ή μισάνοιχτα το χειμώνα περιμένοντας το καλοκαίρι.
Και τα κότερα που δίνουν πελατεία στην εστίαση; Μετράει αυτό, αφού όμως πρώτα αφαιρέσουμε το πλήθος ντόπιων και επισκεπτών που δεν θα κάτσουν να φάνε έχοντας απέναντί τους κότερα να κρύβουν τη θέα και να παρακολουθούν θέλουν δεν θέλουν τα δρώμενα επί των κοτέρων, σε τιμές εστίασης Κολωνακίου, αλλά και των ντόπιων και επισκεπτών που πλέον τραβούν κατευθείαν με το αυτοκίνητό τους για εκτός Ερμιόνης εστίαση.

Να θυμηθούμε ότι την περίοδο η οποία χαρακτηρίζεται από τη λειτουργία στης κυρά Φανιώς του κέντρου του αγαπητού Αντώνη Φοίβα, τα μαντράκια αν και είχαν μπαζωθεί, διατηρούσαν όλη την ναυτική ζωή, άραζαν εκεί επαγγελματίες και ερασιτέχνες ψαράδες, τραβούσαν τα σκάφη στα μπαζώματα και τις γλύστρες, κότερα δεν έπιαναν, η κυκλοφορία σταματούσε (με αυστηρό έλεγχο και περιπολίες της Αστυνομίας) από το απόγευμα μέχρι πέρα από τα μεσάνυχτα και ο κόσμος, και ιδιαίτερα νέοι και παιδιά, ήταν σαν τα σταφύλια, δεν μπορούσες να περπατήσεις. Το κυριότερο: Τα Μαντράκια ήταν χαρμόσυνα.

Βασίλης Γκάτσος