Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Βασίλης Γκάτσος: Πρώτες θερινές εντυπώσεις μηνός Ιουλίου 2026

 1). Βόλτα στο Μπίστι. Περνώντας από το Λιμάνι, το χωρίς πεζοδρόμια και διαγράμμιση, με παιδιά, ανάμεσα στη διπλή κυκλοφορία αυτοκινήτων, προσεύχεσαι στην Αγία Ερμιόνη να φτάσεις σώος μέχρι το πεύκο του Ταρούση.

2). Μετά υπάρχει στενός διάδρομος που το λένε κατ' ευφημισμόν πεζοδρόμιο. Από τη μεριά της θάλασσας κόβει απότομα 20 με 40 πόντους. Λίγο να μη προσέξεις ρουκουτίμισες στα βράχια. Έτσι απότομα κόβει και προς τον δρόμο. Από απέναντι έρχεται μια παρέα. Κοντοστεκόμαστε όλοι, ποιος θα περάσει πρώτος πλάτη με πλάτη. Σαν τον Οιδίποδα με το κάρο του. Κάθε τόσο στο στενό διάδρομο φυτρώνει στη μέση φανοστάτης. Πώς τον περνάς με καρότσι μικρού παιδιού;
3). Ακολουθούν δύο εκπλήξεις για μεγαλύτερους. Ξαφνικά και επί του πεζοδρομίου μπροστά σου μια ιρλανδική διάβαση, για να φεύγουν τα νερά του δρόμου! Αν δεν την αντιληφθείς, προσγειώθηκες. Ας πρόσεχες!
4). Αν δεν προσγειωθείς στην ιρλανδική μην ανησυχείς! Αν δεν προσέξεις θα προσγειωθείς στο τέλος του διαδρόμου - πεζοδρομίου που ξαφνικά τελειώνει απότομα σε ύψος περίπου 30 πόντων.

Συμπέρασμα: Στον πηγαιμό προς το Μπίστι να προσεύχεται και να κοιτάς συνέχεια κάτω και γύρω απερίσπαστος.

5). Το Μπίστι σε πολύ καλή κατάσταση, όπως παλιά, βατό πλέον και το βράδυ με τα φώτα, αντιλαλούσε τις φωνές και τα γέλια των προσκόπων. Η παλιά Ερμιόνη των Ερμιονιτών.
6). Επιστροφή από τους μέσα δρόμους. Ποιος τολμάει με παιδιά να περάσει το παραλιακό προς Μαντράκια δρόμο έχοντας πίσω του συνέχεια αυτοκίνητα και μηχανάκια;
----  ----  ---
1). Μπάνιο στη Ντάρδιζα. Στην αμμουδιά κάτι έλειπε, δεν ήταν όπως τα προηγούμενα χρόνια.
2). Έχουν αφαιρεθεί όλες οι κατασκευές σκίασης με καλάμια. Έχουν μείνει μόνο τα παγκάκια. Πέρσι βλέπαμε οικογένειες με μικρά παιδιά μέχρι το βράδυ να κάθονται κάτω από τη σκιά της καλαμωτής, να τρώνε, να παίζουν, να χορεύουν, παλιά ελληνική θερινή σκηνή που ύμνησε ο ζωγράφος Βασιλείου και τόσοι άλλοι. Χαρά Θεού!
3). Αν θυμάμαι, τις κατασκευές αυτές τις είχε ξεκινήσει ο Σύλλογος των κατοίκων Ντάρδιζας και όλοι απολαμβάναμε τη σκιά τους. Αντικαταστάθηκαν από κωνικά μικρά σκίαστρα που δεν εξυπηρετούν πάνω από δύο άτομα.
4). Η αμμουδιά είναι πολύ πιο καθαρή, τα αδέσποτα φαίνεται να έχουν απομακρυνθεί από τον Δήμο.Πλεονέκτημα: Απέραντος χώρος πάρκιν. Ευχή: Μη ποτέ ξεφύγει κανένα βαρύ όχημα και πάρει όλους και όλα σβάρνα. Κακά τα ψέματα: Συριζα στο δημόσιο δρόμο είναι η πλαζ.

-----  ----  ---- 

1). Μπάνιο στην Κουβέρτα. Το πρώτο που θαυμάζεις είναι ο δρόμος: Από το γεφύρι της Μαγγούλας μέχρι την λιμνοθάλασσα Ποτοκίων είναι τόσα πολλά τα μπαλώματα που δεν ξεχωρίζεις πια ποιο ήταν το αρχικό οδόστρωμα. Σαμαράκια και γούβες αναγκάζουν τους οδηγούς να παρεκκλίνουν της πορείας των.
2).Σε ένα δύο τμήματα του δρόμου προς τη θάλασσα η άσφαλτος κόβει απότομα. Λίγο να μη προσέξεις προσθαλασσώθηκες! Ω! ένδοξη Ριβιέρα!
3). Μέσα Ιουλίου και στην Κουβέρτα σχετική ερημία, απόλυτη, αν θυμηθούμε τη δεκαετία 1990. Η θάλασσα σε λίγα χρόνια θα φάει σε ορισμένα σημεία τον δρόμο.
4). Πλεούμενο δεν βλέπεις πουθενά! Τρεις ώρες και δεν πέρασε ούτε ένα σκάφος, εδώ που άλλοτε αλώνιζαν τα κρις κραφτ και το θαλάσσιο σκι. Το παράδοξο της Ερμιονίδας: Όλα τα πλεούμενα είναι πλέον στη στεριά! Για ψαράδικα δεν συζητάμε, έχουν προ πολλού τελειώσει μαζί με τα ψάρια τη βοήθεια και του λαγοκέφαλου.
Φυσικά όταν όλα ήσαν στη θάλασσα, η χώρα δανειζόταν κάθε χρόνο περί τα 40 δις ευρώ, τα 26 δις τα έτρωγε ασυλόγιστα και τα πρόσθεται κάθε χρόνο στο δημόσιο χρέος της, ενώ με τα άλλα 14 δις πλήρωνε το τοκοχρεολύσιο και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Άλλα χρόνια!!!!
Μέχρι που οι δανειστές είπαν "δεν έχει άλλα" και ντοβντέκουρι για τουλάχιστον μια γενιά. Έ, δεν θα έμενε ανεπηρέαστη η Ερμιονίδα, η πλέον χωρίς αγροτική, αλιευτική και κτηνοτροφική παραγωγή, ή έχουσα πουλήσει  το μεγαλύτερο μέρος της πατρώας γης της προς "τουριστική αξιοποίηση".
Πάντως από οικονομική άποψη ούτε ο Δήμος ούτε η Περιφέρεια ούτε το Κράτος διαθέτουν χρήμα για την Ερμιονίδα για να στηρίξουν τις απαραίτητες δομές της τουριστικής της ανάπτυξης. Ούτε όμως οι μεγάλες επενδύσεις στην Ερμιονίδα δείχνουν κανένα ενδιαφέρον για τις υποδομές. Νοιάζονται μόνο για ό,τι τους ανήκει, για τη μάντρα τους που λέμε, και για τις παραλίες που τους έχουν παραχωρηθεί προς χρήση, παρόλο που οι μεγάλες επενδύσεις επιδοτούνται γενναίως από το κράτος, δηλαδή από τα χρήματα των φορολογουμένων.
'Ετσι σε λίγα χρόνια, όταν θα έχουν όλες οι επενδύσεις ολοκληρωθεί, θα έχουμε πλούσιους σε ξενοδοχειακά συγκροτήματα πολυτελείας και σε ανεξάρτητες βίλες, πλούσιους αδιάφορους για τους ντόπιους και τον τόπο που θα τον βλέπουν ως μπίζινα, χωριά χωρίς παραγωγή που θα τροφοδοτούν τα συγκροτήματα με εποχιακή, χαμηλής ειδικευσης, εργασία, και μια ύπαιθρο χώρα ακαλλιέργητη, όπου ή γίδα, το πρόβατο, το ψάρι, το ρόδι, η ελιά, η πορτοκαλιά, η μανταρινιά, η πατάτα, η ντομάτα, θα είναι πλέον μουσειακό είδος και γιορτές μνήμης. Ήδη έχουμε γιορτή του ψαρά, της πατάτας, του ροδιού, της ελιάς, τελευταίως και της ντομάτας! Έως και της τηγανίτας έχουμε! Αν αυτό λέγεται ανάπτυξη του τόπου μας, αν αυτό λέγεται ελληνικός τρόπος αντάξιος των προγόνων μας, την κάτσαμε την βάρκα.

----- ------ -----

1). Η ακρίβεια βέβαια καλά κρατεί, όχι μόνο για τους έχοντες χαμηλό εισόδημα (το 80% του λαού), αλλά και για την πάλαι ποτέ μεσαία τάξη. Ο εστιάτωρ έχει δίκιο. Από 100 ευρώ είσπραξη, βγάλε φόρους έξοδα, νοίκι, εποχικότητα κ.λ.π. τι μένει; Αλλά και ο μισθωτός για να δώσει τα 100 ευρώ, βάλε φόρους, ασφάλιση κ.λ.π. πρέπει να δουλέψει για 150! Για συνταξιούχους.... άστε το καλύτερα. Πλέον και οι ξένοι καταφεύγουν στα σούπερ μάρκετ τα οποία έχουν φτάσει και στο μικρότερο χωριό, και σε λίγο θα γεμίσουν με φρέσκο καλό και φθηνό φαγητό φτιαγμένο από σεφ, πακεταρισμένο (βλέπε επενδύσεις για 250000 γεύματα την ημέρα μόνο από τον ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗ). Άλλα χρόνια έρχονται!!! Και το χρέος ακούνητο στα 360 δις. Μια αναποδιά και φτου κι απ' την αρχή! 

Βασίλης Γκάτσος

Σημείωση: Να θυμόμαστε ότι ο Ελύτης μικρός έπαιρνε με τους φίλους του μια βάρκα από τις Σπέτσες, έρχονταν με τα κουπιά και το πανί στην απέναντι ακτή και επέστρεφαν παραδομένοι στον ήλιο, στο φεγγάρι, τη θάλασσα και τον αέρα της ονειρικής Ερμιονίδας και των νησιών της.

ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΥ, ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ

Τώρα, στη βάρκα όπου κι αν μπεις άδεια θα φτάσει
Εγώ αποβλέπω· σ’ έναν μακρύ θαλασσινό Κεραμεικό
Με Κόρες πέτρινες και που κρατούν λουλούδια. Θα ’ναι νύχτα και Αύγουστος
Τότε που αλλάζουν των αστερισμών οι βάρδιες. Και τα βουνά ελαφρά
Γιομάτα σκοτεινόν αέρα στέκουν λίγο πιο πάνω απ’ τη γραμμή του ορίζοντα
Οσμές εδώ ή εκεί καμένου χόρτου. Και μια λύπη άγνωστης γενεάς
Που από ψηλά
κάνει ρυάκι πάνω στην αποκοιμισμένη θάλασσα

Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει

Αχ ομορφιά κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ
Κάτι κατάφερα να σου υποκλέψω. Λέω: κείνο το πράσινο κόρης οφθαλμού που πρωτο-
Εισέρχεται στον έρωτα και τ’ άλλο το χρυσό, που όπου κι αν το τοποθετείς ιουλίζει.
Τραβάτε τα κουπιά οι στα σκληρά εθισμένοι. Να με πάτε κει που οι άλλοι παν
Δε γίνεται. Δεν εγεννήθηκα ν’ ανήκω πουθενά
Τιμαριώτης τ’ ουρανού κει πάλι ζητώ ν’ αποκατασταθώ
Στα δίκαιά μου. Το λέει κι ο αέρας
Από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος

Αχ ομορφιά συ θα με παραδώσεις καθώς ο Ιούδας
Θα ’ναι νύχτα και Αύγουστος. Πελώριες άρπες πού και πού θ’ ακούγονται και
Με το λίγο της ψυχής μου κυανό η Όξω Πέτρα μέσ’ από τη μαυρίλα
Θ’ αρχίσει ν’ αναδύεται. Μικρές θεές, προαιώνια νέες
Φρύγισσες ή Λυδές με στεφάνι ασημί και με πρασινωπά πτερύγια γύρω μου άδοντας θα συναχτούν
Τότε που και του καθενός τα βάσανα θα εξαργυρώνονται
Χρώματα βότσαλου πικρού: τόσα
Με περόνες πόνου όλες σου οι αγάπες: τόσα
Του βράχου η τύρφη και του άφραχτου ύπνου σου η φρικαλέα ραγισματιά: δυο φορές τόσα

Ώσπου κάποτε, ο βυθός μ’ όλο του το πλαγκτόν κατάφωτο
Θ’ αναστραφεί πάνω από το κεφάλι μου. Κι άλλα ως τότε ανεκμυστήρευτα
Σαν μέσ’ από τη σάρκα μου ιδωμένα θα φανερωθούν
Ιχθείς του αιθέρος, αίγες με το λιγνό κορμί κατακυμάτων
κωδωνοκρουσίες του Μυροβλήτη

Ενώ μακριά στο βάθος θα γυρίζει ακόμα η γη με μια βάρκα μαύρη
κι άδεια χαμένη στα πελάγη της.

[Τα ελεγεία της Οξώπετρας, 1991.]