Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Η διπλή επέτειος της 27ης Αυγούστου του Γιάννη Μ. Σπετσιώτη

 


 Η διπλή επέτειος της 27ης Αυγούστου: Ο Άγιος Φανούριος και ο Χρυσόστομος Σμύρνης

                                     του Γιάννη Μ. Σπετσιώτη


Κάθε 27η Αυγούστου, η πίστη συναντά την ιστορία. Η ημέρα αυτή μας ζητά να στρέψουμε
το βλέμμα τόσο στον ουρανό, τιμώντας τον Άγιο Φανούριο, όσο και στα ματωμένα χώματα
της Μικράς Ασίας, τιμώντας τον Χρυσόστομο Σμύρνης. Η διπλή αυτή επέτειος αποτελεί μια
διαρκή υπενθύμιση ότι ένας λαός που θυμάται τους Αγίους και τους Ήρωές του, δεν μπορεί
ποτέ να χαθεί στο σκοτάδι της λήθης.

Άγιος Φανούριος: Στις 27 Αυγούστου η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του


Μεγαλομάρτυρος Αγίου Φανουρίου, ενός από τους πιο αγαπητούς αγίους στην Ελλάδα. Ο
Άγιος ήταν πιθανόν Δωδεκανήσιος και η λατρεία του ξεκίνησε στη Ρόδο μετά το 1350,
όταν κατά τη διάρκεια ανασκαφών στα ερείπια ναού βρέθηκε τυχαία η εικόνα του. Στην
εικόνα αναγραφόταν το όνομα «Άγιος Φανούριος» και απεικονιζόταν ένας νεαρός με
στρατιωτική στολή, που κρατούσε σταυρό και αναμμένη λαμπάδα. Περιμετρικά υπήρχαν
δώδεκα μικρά εικονίδια που αποτύπωναν τα σκληρά βασανιστήρια του μαρτυρίου του. Ο
Άγιος Φανούριος ανακηρύχθηκε προστάτης της Ρόδου και η φήμη του εξαπλώθηκε
γρήγορα στα νησιά του Αιγαίου και στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Στη λαϊκή παράδοση το όνομά του (Φανούριος) συνδέθηκε παρετυμολογικά με το ρήμα
«φανερώνω». Αυτή η γλωσσική συγγένεια σε συνδυασμό με την αναμμένη λαμπάδα που
κρατά στην εικόνα, οδήγησε τους πιστούς στο να του αποδίδουν τη θαυματουργή ιδιότητα
να αποκαλύπτει χαμένα αντικείμενα ή πρόσωπα έχοντας μαντικές ικανότητες. Έτσι, ο
Άγιος Φανούριος μετατράπηκε σε προστάτη που φανερώνει τα πάντα: από χαμένα
αντικείμενα και ζώα μέχρι κρυμμένα μυστικά ή την ίδια την τύχη των πιστών. Η επίκληση
της βοήθειάς του συνδέεται παραδοσιακά με ένα τάμα. «Άγιε Φανούριε, φανέρωσέ μου
το… και θα σου ανάψω μια λαμπάδα», λέμε στην Ερμιόνη, ενώ κάποιες φορές το κερί
ανάβεται …«προκαταβολικά», ως μια κίνηση ευλάβειας για την άμεση εύρεση του χαμένου
αντικειμένου ή την εκπλήρωση μιας επιθυμίας.
Το πιο χαρακτηριστικό έθιμο της γιορτής του είναι η Φανουρόπιτα, την οποία οι νοικοκυρές
παρασκευάζουν την παραμονή ή ανήμερα της 27ης Αυγούστου. Η πίτα φτιάχνεται
αποκλειστικά με μονό αριθμό υλικών, συνήθως επτά ή εννέα, τα οποία συμβολίζουν τα
μυστήρια της Εκκλησίας και τις ημέρες της Δημιουργίας (7) ή τα τάγματα των αγγέλων (9).
Αφού οι πίτες μεταφερθούν στον ναό για να ευλογηθούν από τον ιερέα, μοιράζονται σε
συγγενείς, φίλους και προσκυνητές. Κατά τη δοκιμή της πίτας, όλοι οφείλουν να
αναφέρουν την παραδοσιακή ευχή: «Θεός σχωρέσει τη μάνα του Αγίου!».

Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση η μητέρα του Αγίου ήταν μια γυναίκα σκληρή, άπονη και
αμαρτωλή. Η συμπεριφορά της απέναντι στους φτωχούς ήταν ανελέητη και καθώς δεν
μετανόησε ποτέ για τις κακίες της, κατέληξε στην Κόλαση. Προσφέροντας τη φανουρόπιτα
οι πιστοί επιδιώκουν να «γλυκάνουν» και να εξευμενίσουν τον Άγιο, ζητώντας τη μεσιτεία
του για να βρουν όσα αναζητούν, ενώ ταυτόχρονα προσεύχονται για τη σωτηρία της
ψυχής της μητέρας του.
Στην Ερμιόνη, ο πανηγυρικός εσπερινός της παραμονής τελείται στο εκκλησάκι του Αγίου
Νικολάου στο Μπίστι, όπου φυλάσσεται η εικόνα του Αγίου Φανουρίου και συγκεντρώνεται
πλήθος πιστών με τις πίτες τους.
Χρυσόστομος Μητροπολίτης Σμύρνης: Η 27η Αυγούστου, εκτός από τη μνήμη του
Αγίου Φανουρίου, σηματοδοτεί και τη μαρτυρική επέτειο του θανάτου του
ιεροεθνομάρτυρα Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου κατά τη διάρκεια της
Μικρασιατικής Καταστροφής. Η Εκκλησία της Ελλάδος τον ανακήρυξε Άγιο στις 4
Νοεμβρίου 1992. Η μνήμη του, μαζί με εκείνη των υπολοίπων σφαγιασθέντων κληρικών
της Μικράς Ασίας, τιμάται συμβολικά κάθε χρόνο τον Σεπτέμβριο, την Κυριακή μετά την
Ύψωση του Τιμίου Σταυρού.
Ο Άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης (Καλαφάτης) γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1867 στην
κωμόπολη Τρίγλια της Βιθυνίας. Μεγάλωσε σε οκταμελή οικογένεια και από μικρή ηλικία
εκδήλωσε την επιθυμία να γίνει κληρικός. Αναγνωρίζοντας την κλίση του οι γονείς του,
Νικόλαος και Καλλιόπη, τον έστειλαν να σπουδάσει στην περίφημη Θεολογική Σχολή της
Χάλκης.
Στις 23 Μαΐου 1902 ο Χρυσόστομος εκλέγεται παμψηφεί και χειροτονείται Μητροπολίτης
Δράμας. Στη νέα του θέση αναπτύσσει σπουδαία εθνική, εκκλησιαστική και κοινωνική
δράση, στηρίζοντας έμπρακτα την ελληνική εκπαίδευση. Η έντονη δραστηριότητά του
ενοχλεί την τουρκική διοίκηση. Το 1907 ο Χρυσόστομος «αυτοαπομακρύνεται» προσωρινά
από την έδρα του, για να επιστρέψει στο ποίμνιό του τον Αύγουστο του 1908. Η δυναμική
επιστροφή του θορυβεί εκ νέου τους Οθωμανούς, καθώς και τους Βουλγάρους και τους
Ρουμάνους, οι οποίοι μεθοδεύουν την οριστική απομάκρυνσή του από τη Δράμα. Στις 11
Μαρτίου 1910 ο Χρυσόστομος μετατίθεται στη Σμύρνη, την πόλη όπου ανέπτυξε
σπουδαίο έργο και βρήκε μαρτυρικό θάνατο.
Με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Αύγουστο του 1914, οι οθωμανικές
αρχές τον εκδιώκουν από τον θρόνο του. Επιστρέφει πανηγυρικά μετά από τέσσερα
χρόνια, το 1918. Τον Μάιο του 1919 υποδέχεται με δάκρυα συγκίνησης τον ελληνικό
στρατό στη Σμύρνη, ενώ επιτυγχάνει την προσωρινή απομάκρυνση του Τούρκου
στρατιωτικού διοικητή, Νουρεντίν Πασά. Η κατάσταση ανατρέπεται δραματικά τρία χρόνια
μετά, τον Αύγουστο του 1922. Το ελληνικό μέτωπο καταρρέει και οι ελληνικές αρχές

εγκαταλείπουν την πόλη. Οι Μεγάλες Δυνάμεις αποσύρουν τη στήριξή τους, οι τουρκικές
επιθέσεις κλιμακώνονται και χιλιάδες έντρομοι πρόσφυγες κατακλύζουν τη Σμύρνη.
Ο Καθολικός Αρχιεπίσκοπος Σμύρνης, Μονσινιόρ Εδουάρδος Βαλέγκα, παρακαλεί με
δάκρυα στα μάτια τον αποφασισμένο Μητροπολίτη να επιβιβαστεί σε ξένο πλοίο για να
σωθεί. Εκείνος όμως αρνείται σθεναρά, δηλώνοντας ότι η θέση του είναι δίπλα στο
ποίμνιό του. Το πρωί της 27ης Αυγούστου 1922, ενώ βρισκόταν στον Μητροπολιτικό Ναό
της Αγίας Φωτεινής εμψυχώνοντας τους έντρομους πιστούς, ο Χρυσόστομος λαμβάνει
κλήση να παρουσιαστεί στο τουρκικό φρουραρχείο. Εκεί, ο στρατιωτικός διοικητής
Νουρεντίν Πασάς τού ζητά να υπογράψει προκήρυξη με την οποία καλούσε τους
κατοίκους να παραδώσουν τα όπλα τους. Το βράδυ της ίδιας ημέρας μαζί με τους
επιφανείς δημογέροντες Νικόλαο Τσουρουκτσόγλου και Γεώργιο Κιλιμάνογλου, οδηγείται
ξανά ενώπιον του Νουρεντίν Πασά. Ο Τούρκος διοικητής, αφού τον προπηλάκισε, τον
παρέδωσε στον μαινόμενο όχλο που είχε κατακλύσει την πλατεία. Οι φανατισμένοι
Τούρκοι τον βασάνισαν απάνθρωπα, τον τύφλωσαν, τον έσυραν στους δρόμους της
Σμύρνης και τελικά τον κατακρεούργησαν.
Η Εκκλησία, η Πολιτεία και ο λαός τίμησαν τη θυσία του εθνομάρτυρα επισκόπου. Προς
τιμή του ανεγέρθηκαν λαμπροί ναοί σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, όπως στη Δράμα, την
Πτολεμαΐδα και τη Σάμο. Ο εμβληματικός ανδριάντας του, έργο του σπουδαίου Μικρασιάτη
γλύπτη Θανάση Απάρτη, κοσμεί τη Θεσσαλονίκη, ενώ σχεδόν σε κάθε ελληνική πόλη
υπάρχει οδός που φέρει το όνομά του.
Μετά την αγιοποίησή του, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος αναγνωρίσθηκε ως ο προστάτης
Άγιος των Μικρασιατών αλλά και του Αθλητισμού και της Γυμναστικής, καθώς είχε
πρωτοστατήσει στην ίδρυση σύγχρονων αθλητικών εγκαταστάσεων και γηπέδων για τη
νεολαία.
Τραγική μοίρα είχαν και οι δύο δημογέροντες που τον συνόδευαν. Ο Νικόλαος
Τσουρουκτσόγλου, νομικός, δημοσιογράφος και εκδότης της εφημερίδας «ΗΜΕΡΗΣΙΑ»
της Σμύρνης δολοφονήθηκε άγρια από τον όχλο. Γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σ’ αυτόν, γιατί
στο καταστατικό ίδρυσης του «ΕΡΜΙΟΝΙΚΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ», μεταξύ των 21 ιδρυτικών
μελών, συναντάται η υπογραφή του Αντωνίου Τσουρουκτσόγλου. Ο Αντώνιος, πρόσφυγας
από τη Σμύρνη και συγγενής του μαρτυρικού δημογέροντα, είχε εγκατασταθεί και διέμενε
μόνιμα στη Νέα Σμύρνη.
Ο δεύτερος δημογέροντας, Γεώργιος Κλημάνογλου, ήταν εξέχον μέλος της Δημογεροντίας
και ενεργό στέλεχος της «Μικρασιατικής Άμυνας», της οργάνωσης που προσπαθούσε να
δημιουργήσει ένα αυτόνομο μικρασιατικό κράτος, προκειμένου να προστατευθούν οι
χριστιανικοί πληθυσμοί μετά την αποχώρηση του ελληνικού στρατού. Λόγω αυτής της
δράσης του, οι Κεμαλικοί τον θεωρούσαν, όπως και τον Χρυσόστομο, «προδότη». Το
βράδυ της 27ης Αυγούστου 1922, προσήχθη στο διοικητήριο μαζί με τον Μητροπολίτη και

τον Νικόλαο Τσουρουκτσόγλου, Αρχικά ο Νουρεντίν Πασάς τον πυροβόλησε
τραυματίζοντάς τον και στη συνέχεια, ο μαινόμενος όχλος απαγχόνισε τον ημιθανή
δημογέροντα, Όπως και οι άλλοι δύο συνοδοιπόροι του στο μαρτύριο, ο Γεώργιος
Κλημάνογλου έχει αναγνωριστεί επισήμως ως Άγιος από την Ορθόδοξη Εκκλησία.