"Αθήνα, Μέρες του 1972"
Αρχές
Δεκέμβρη του '72, τετάρτη Γυμνασίου.
Μπλε
ποδιές, μπλε κορδέλες, άσπροι κολλαριστοί γιακάδες, μπλε κάλτσες μέχρι το
γόνατο, άσπρες ελβιέλες - Θηλέων στην Αθήνα, στην καρδιά της Χούντας. Ξύλινα
θρανία, τέσσερα σε κάθε σειρά, καθόμαστε σε δυάδες.
Τα
αγόρια του Αρρένων που μοιράζονται το σχολείο -βάρδιες εβδομαδιαίες εναλλάξ,
πρωινές-απογευματινές- γράφουν σύντομα ραβασάκια στο θρανίο. Όχι για μένα, εγώ
παραείμαι σοβαρή (και επικίνδυνη) για κάτι τέτοιο. Η μητέρα μου διδάσκει στο
σχολείο.
Είναι
για τη Ράνια, τη συνθρανίστριά μου (λέμε).
Είναι
«Βορειοηπειρώτισσα», επαναπατρισθείσα. Εγώ είμαι δεκατεσσάρων, δεν έχω ιδέα τι
σημαίνει «επαναπατρισθείσα» και ποσώς με ενδιαφέρει. Μένει σ' ένα μικρό
διαμέρισμα με γονείς, αδελφή, θείο παπά. Ασύμβατο το υλικό μας.
Προσπαθεί
να κρύψει το ραβασάκι, ενώ προσπαθώ να το διαβάσω. Κοιτάζω να δω μπας και βρω
τίποτα στην δική μου πλευρά του θρανίου. Τίποτα. Γαμώτο, το ξέρω ότι η ποδιά
της είναι πιο κοντή απ' τη δική μου, ότι ξυρίζει τα πόδια της, ότι φοράει
τακούνια... Αλλά κι εγώ φοράω μίνι στο δρόμο, κι έχω κι ένα ζευγάρι ρέυμπαν,
αεροπόρων, σκούρα, που σκιάζουν τα ποιητικά μου μάτια. Όλος ο κόσμος το ξέρει.
Επομένως, γιατί δεν μου γράφουν κι εμένα ραβασάκια;
«Πανουργιά!»,
η φωνή της φιλολόγου, θρύψαλα οι σκέψεις μου.
«Πες
μας, παιδί μου, τι εννοεί ο Καβάφης όταν λέει... ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες
τι σημαίνουν...; Τι θέλει να μας πει, σε μας, τους αναγνώστες του»;
«Α,
αυτό το ξέρω, Κυρία», λέω. «Το ξέρω. Εννοεί, σε όλο το ποίημα, ότι αυτό που
ψάχνουμε δεν βρίσκεται στο τέλος του ταξιδιού, αλλά ότι το έχουμε μαζί μας
πάντα, αναδύεται στη διαδρομή. Εννοεί ότι αν ψάχνουμε μόνο στο τέλος θα βρούμε
μόνο τον θάνατο, και θάχουμε χαραμίσει όλη μας τη ζωή».
Με
κοιτάζει χωρίς να πει τίποτα. Σωστά τα είπα; αναρωτιέμαι. Αυτή την απάντηση
ήθελε;
«Αλλά
τι είναι αυτό το ταξίδι»; ρωτάει.
Μα
αυτό είναι για μωρά, σκέφτομαι. Γιατί δεν με ρωτάει για τα




