Η πτήση (Ένα μάθημα για όλους μας)
«Κυρά Μάρθα, που το ψώνισες αυτό το
γαλόπουλο; Αυτό το τελευταίο που όλο πέφτει και είναι σα ζαβλακωμένο;» είπαν τα
άτακτα παιδιά γελώντας, που φαινόταν μόνο η σειρά από τα κεφάλια τους στο πάνω
μέρος του φράχτη. Η κυρά Μάρθα τα κοίταξε με απόγνωση. «Σίγουρα κάτι έχουν
σκαρώσει αυτοί οι μικροί διάβολοι με τα γαλόπουλά μου, αλλά πάλι, αυτό το
τελευταίο γαλόπουλο μήπως είναι μια παραξενιά της φύσης; Δε μοιάζει με τα
υπόλοιπα, αλλά ίσως με το καιρό να διορθωθεί η κατάσταση».
Ο Μεγάλος Γάλος, η μεγαλύτερη αρσενική γαλοπούλα, δεν μπορούσε να δεχτεί
στο χώρο του αυτό το πουλί: Το παράξενο γαλόπουλο. Φοβόταν ο ίδιος κάθε τι το
διαφορετικό, ήξερε ότι κάθε γαλοπούλα έτρωγε βασιλικά όλη τη χρονιά και κατά το
μέσο του χειμώνα κάποιες μάλλον τις μετακόμιζαν οι άνθρωποι σε ακόμα πιο
βασιλικά μέρη. Ήταν σίγουρος ότι αυτό το χειμώνα θα ήταν η σειρά του να
ταξιδέψει. Έπρεπε λοιπόν να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες. Ήδη έβλεπε ότι τα
υπόλοιπα γαλόπουλα τσιμπάγαν και αποφεύγαν το παράξενο γαλόπουλο. Το κάλεσε
λοιπόν μπροστά του.
«Ψψτ νεαρέ! Δεν μπορείς
να συνεχίσεις εδώ!» -«Μα γιατί κύριε, τι έκανα, σε τι έφταιξα;» - «Δεν είσαι
καθαρός. Δεν είσαι δικός μας, είσαι ένας ξένος, ένας παρείσακτος, δεν σου
αξίζει να τρως το φαγητό μας, να μοιράζεσαι το χώρο μαζί μας, σήκω φύγε!» - «Μα
εγώ εδώ γεννήθηκα κύριε Γάλε, που να πάω τώρα;» -«Δεν με ενδιαφέρει!» και
έδιωξε το παράξενο γαλόπουλο με τσιμπιές, ώστε να φύγει έξω από το φράχτη.
Το γαλόπουλο, ματωμένο,
για πρώτη φορά αντίκρυσε τον κόσμο έξω από το φράχτη. Πόσο μεγάλος ήταν! Ένα δάσος
μόλις άρχιζε και






