Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Βασίλης Γκάτσος: Ολοκληρώθηκε η τσιμεντοταφόπλακα των αλησμόνητων Μαντρακιών.

 


Δηλαδή της ναυτοσύνης μας, των ψαράδων και ναυτικών μας, των παιδικών χρόνων αναρίθμητων γενεών Ερμιονιτών, των αναμνήσεων. Γίνανε  ... τσιμέντο πλέον τα Μαντράκια και να δούμε τώρα προς τα πού θα επεκταθεί το τσιμέντο προς δόξαν του "πολιτιζμού" της αξιοποίησης και της οικονομίας (΄ποιας οικονομίας!). Δηλαδή πλέον ο επισκέπτης θα πατάει συνέχεια σε τσιμέντο, πάνε οι πέτρες και τα χώματα, και εντυπωσιασμένος θα το διαλαλεί σε όλη την Ευρώπη!

Βέβαια εκεί που έφτασε η κατάσταση (που την έφτασε το Λιμενικό Ταμείο από αρχές δεκαετίας 1960 μέχρι σήμερα), δεν είχε και άλλη λύση.
Όταν τα Μαντράκια μπαζώθηκαν και απέκτησαν κρηπίδωμα, οι ψαράδες συνέχισαν να διεκδικούν τον χώρο τους. Έβγαζαν τα σκάφη όπως παλιά στη στεριά και οι γλίστρες ήταν απαραίτητο εργαλείο. Τελικά οι ψαράδες εκδιώχθηκαν, μπαζώθηκε η γλίστρα του Λούη και έμεινε αυτή της κυρά Φανιώς για να τραβάει κανείς τη βάρκα του μόνο για λίγες μέρες. Τελικά απαγορεύτηκε και αυτό, όπως και το άραγμα των ψαράδων, με προτελευταίο τον Ταξιάρχη και τελευταίο τον Κωνσταντή. Η γλίστρα λοιπόν ήταν άχρηστη, και η ύπαρξή της αιτιολογείτο πλέον "δια λόγους ασφαλείας": Αν ένα καΐκι κινδύνευε θα το έριχνε ο τιμονιέρης στη γλίστρα!  Ο αείμνηστος Γεώργιος Νοταράς είχε επισημάνει ότι μόνο βλάκας θα έριχνε το σκάφος του στη γλίστρα για να το σώσει.  Θα το οδηγούσε στην αμμουδιά, στους όρμους μας, όπου ήταν πιο κοντά.
Τα τελευταία χρόνια μάλιστα είχε γίνει πάρκιν (αυτό περιέργως δεν απαγορευόταν), αν και ήταν θανάσιμη παγίδα: Στη ψιλή άμμο και τη γλίτσα (μαλούπα)  οι τροχοί των αυτοκινήτων δεν πιάνουν. Έτσι άδικα χάθηκε συμπατριώτης μας.
Μοιραία λοιπόν την τσιμεντώσαμε και την αποκαταστήσαμε, προσθέτοντας και επιπλέον ζέστη στην ήδη αφόρητη του μεσημεριού που προέρχεται από την αντανάκλαση στις τσιμεντοποιημένες επιφάνειες, στα άλλοτε δροσερά (χωμάτινα) Μαντράκια.
Και τι θα την κάνουμε; Θα βάλει το Λιμενικό Ταμείο δύο παγκάκια, δύο τρία κουτιά παροχής ρεύματος και νερού για να δέσουν 3 παραπάνω κότερα, που μόλις δέσουν αναζητούν τα σούπερ μάρκετ του χωριού και όχι τις αστακομακαρονάδες, τον μουζάκα και την γκρηκσάλατ. Και ο χώρος; Φυσικά στην εστίαση (Οι Μαντρακιώτες, κάποτε κυρίαρχοι του δημόσιου χώρου τους, δεν δικαιούνται τίποτε άλλο.).
Αντί λοιπόν η γλίστρα να γίνει αρχή αποκατάστασης των παλαιών Μαντρακιών(Η Ύδρα ξαναχτίζει τους ανεμόμυλούς της και τα καλντερίμια της) έγινε αφορμή για την πλήρη τσιμεντοποίηση των Μαντρακιών, τσιμεντοποίηση για την οποία ΠΟΤΕδεν ρωτήθηκαν όχι μόνο οι Μαντρακιώτες αλλά και όλο το χωριό. Και όταν λέμε τσιμεντοποίηση εννοούμε ένα συνεχές τσιμέντο χωρίς αρχιτεκτονική μελέτη η οποία πρώτα θα διασφάλιζε τουλάχιστον το 40% του χώρου για δημόσια χρήση, όπως στην ανάπλαση της παραλίας της Κοιλάδας. Ο άλλοτε παράδεισος των Μαντρακιωτών και όχι μόνο,  με μπάνιο, ενιαίο παιδότοπο, δραστηριότητες ψαράδων, καφενεία, εστίαση, χωρίς αυτοκίνητα, βόλτα ξέγνοιαστη και τόσα άλλα, τώρα προσφέρει δύο επιλογές: ή κάθεσαι σε παγκάκι, ή σε καρέκλα εστίασης, ή κάτσε σπίτι σου, ή πήγαινε στο Λιμάνι.

Σημείωση: Στις φωτογραφίες, τα Μαντράκια: Ακόμη και με το κρηπίδωμα αλλά σε ελεύθερη χρήση των ψαράδων, επαγγελματιών και ερασιτεχνών, τα λιγοστά αυτοκίνητα και την απουσία κοτέρων, κάτι είχαν διατηρήσει από τα παλιά.

Βασίλης Γκάτσος