Στις γυναίκες των ψαράδων μας
Στη θάλασσα χρεωστάμε τη ζωή μας, μια ζωή άρρηκτα δεμένη μαζί της. Η θάλασσα μάς έθρεψε, μάς πρόσφερε απλόχερα τα αγαθά της, μάς πόνεσε, μάς ενέπνευσε.Ως οικογένειες ναυτικών ζήσαμε χαρές, αποχωρισμούς, επιστροφές, μοναξιά, νοσταλγία.Νοσταλγία! Η νοσταλγία είναι η διαδικασία που ενεργοποιεί το νου καθώς ανασύρεις από το παρελθόν εικόνες, γεγονότα και πρόσωπα, αφαιρώντας τη σκόνη του χρόνου μ’ ένα κλαδί. Είναι η ανασύσταση μιας εποχής που σαφώς έχει παρέλθει.Κυρίως συνηθίζουμε να νοσταλγούμε συλλογικά, όταν βρισκόμαστε με ανθρώπους που έχουμε κοινά βιώματα, κοινές καταβολές. Αυτό συνέβη σ’ ένα απογευματινό μας αντάμωμα με τη Μαρία Παυλίδου. Το βίωμά μας άμεσο, αληθινό, αλλά και η επικοινωνία μας!Ανάμεσα στο καφεδάκι και το γλυκό κέρασμα γυρίσαμε πίσω το φιλμ του χρόνου, ανατρέξαμε σε μνήμες, σε θύμισες γλυκές κι αρώματα μεθυστικά μιας άλλης εποχής.
Οι ζωές των άλλων, οι μορφές των άλλων αποτελούν έτσι κι αλλιώς ένα πολύ γοητευτικό ταξίδι για εμένα.Η κουβέντα μας εξελίχθηκε γύρω από τις γυναίκες των ψαράδων μας, γιατί οι αρμονικές σχέσεις και η ευημερία της οικογένειας ως μιας μικρής κοινωνικής ομάδας συνδέεται κύρια με τη συμβολή και την παρουσία της γυναίκας και γιατί όχι και με την ευημερία και πρόοδο ολόκληρης της κοινωνίας;Η γυναίκα του ψαρά και γενικά του ναυτικού είναι από τις πιο γενναίες υπάρξεις στη γη και ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ότι αναλαμβάνει το ρόλο και των δύο κατά την απουσία του συζύγου της για μεγάλο ή μικρότερο διάστημα; Για να ανταπεξέλθει στο ρόλο της απαιτείται να είναι σωματικά δυνατή και ψυχολογικά ισχυρή. Να πώς παρουσιάζει ο Βασίλης Ρώτας στο ποίημά του «Δούλευε, δούλευε η γυναίκα».«Γυναίκα, της αγάπης το λουλούδι, του βίου χάδι, γέλιο και τραγούδι, συντρόφισσα ηρωική…» (Βασίλης Ρώτας) Το ψάρεμα είναι ανδρική δουλειά, οι δικές μας όμως γυναίκες που παραθέτω εκτός από τις σπιτικές δουλειές και το μεγάλωμα των παιδιών ήταν συντρόφισσες στη βάρκα, στο ξεψάρισμα, στο νετάρισμα του διχτυού ή του παραγαδιού, στο αρμάτωμα, στο κοπάνισμα των χταποδιών, στο ξεθύμασμα στα καζίλια, στο κουπί ή στο γυαλί.Και να ‘τες:- Η Γεωργία Μουρμούρη πήγαινε στο καΐκι με τον Αντώνη καθημερινά στο ψάρεμα
- Η Καλομοίρα Τζανενάκη με τον Αντώνη, άλλοτε μαζί του, άλλοτε να τον περιμένει και ν’ αγναντεύει τη θάλασσα κι όταν εκείνη αγρίευε να τις ρίχνει λάδι από το καντήλι για να ημερέψει κι άλλοτε στο κοπάνισμα των χταποδιών.
- Η Μαρία Φασιλή μαζί με τον Γιώργο (Πλούσιος το παρατσούκλι)στο καΐκι.
- Η Γιώτα Γιαννάκου με τον Νούλη
- Η Αργυρούλα Κοτταρά με τον Κοσμά πήγαινε μαζί του και στα ταξίδια στην Ανάβυσσο
- Η Σπυριδούλα Παπακωνσταντίνου με τον Ανδρέα, αλλά και η κόρη τους Παγώνα
- Η Ελένη Καρατζά με τον Μανώλη
- Η Θεοδότη Σαρρή με τον Μερκούρη
- Η Βιβή Κοσμέτου με τον Γιάννη
- Η Ντίνα Κωτσάκη με το Γιάννη (Τζοβάνι)
- Η Ξανθή Σχοινά με τον Αργύρη
- Η Σοφία Νόνη με τον Νικολάκη (τον μικρό όπως τον αποκαλούσαμε)
- Η Μαρία Παυλίδου με τον Λάμπη
- Η Μαρία Χόντα με τον Στρατή,
και στη σύγχρονη ζωή - Η Γαρυφαλλιά Τζιέρη με τον Αντώνη
Αξιοθαύμαστες ήταν οι γυναίκες του Στρατή Χόντα συντρόφισσα στο καΐκι από τα Δίδυμα, η Τζοβάνενα που ήταν από το Ηλιόκαστρο και η Σοφία Νόνη που και οι τρεις τους δεν είχαν θαλασσινή κουλτούρα. Η Ντίνα Κωτσάκη (Τζοβάνενα) αρμάτωνε στο σπίτι ξένα δίχτυα για να ενισχύσει το σπιτικό εισόδημα, το ίδιο και η Σοφία Νόνη βοηθούσε τον Νίκο.Η Μαρία θυμάται ότι κάποια εποχή ο Λάμπης με τον αδελφό του Γιώργο αγόρασαν 12 τσούλια ψιλά δίχτυα και σκόπευαν να τα δώσουν στη Τζοβάνενα. «Τα αρμάτωσα εγώ με τη συμφωνία να πληρωθώ, αλλά δεν πληρώθηκα. Την πρώτη μέρα που τα έριξαν τούς τα έκαναν τα δελφίνια κόσκινο». Και να ‘ταν μόνο αυτά που έκαναν ; Ήταν και τ’ ασβεστωμένα σπίτια τους και οι αυλές, ήταν τα βασιλικά στους ντενεκέδες, ήταν απαραίτητα το χειροποίητο γλυκό του κουταλιού στα βάζα, ήταν το ράψιμο και το μπάλωμα των ρούχων και τόσα άλλα ζητήματα της καθημερινότητας. Πατροπαράδοτες στεριανές και θαλασσινές δραστηριότητες σε αρμονική σχέση ανάμεσα στον πολιτισμό, στη φύση, στον δικό μας λαϊκό πολιτισμό, που δυστυχώς συνθέτει την εικόνα μιας άλλης χαμένης πατρίδας. Το γράφω με μεγάλη συγκίνηση, αφενός γιατί άπτεται των βιωμάτων μου, αφ’ ετέρου γιατί το θεωρώ το καλύτερο μνημόσυνο στη μνήμη τούτων των γυναικών μας.Βιβή Σκούρτη