Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Βασίλης Γκάτσος : Η Πρώτη, η Ενδιάμεση και η Δεύτερη Φάση τουριστικής "αξιοποίησης" της Ερμιονίδας.

 Η Πρώτη Φάση:

Από 1966 έως περίπου 1980 δημιουργούνται τα γνωστά μεγάλα τουριστικά ξενοδοχειακά συγκροτήματα στην Ερμιονίδα. Για την εποχή τους ήταν σαν τα σημερινά πεντάστερα, χωρίς όμως να εγκλωβίζουν τους πελάτες τους μέσα στο συγκρότημα, αλλά και επιθυμώντας την είσοδο ντόπιων.
Παρ' όλη την αρχική τους δυναμική άρχισαν το ένα μετά το άλλο να περνούν στα χέρια τραπεζών, λόγω μη εξυπηρέτησης δανείων. Η τράπεζες ακολουθούσαν την δική τους ..... τακτική: Παρ' όλο που έβλεπαν ότι δύσκολα εξυπηρετούνταν τα δάνεια συνέχιζαν τον δανεισμό για τον απλό λόγο: Έβλεπαν τις τιμές της γης να αυξάνουν... εκθετικώς, άρα και οι υποθήκες των συγκροτημάτων που είχαν αγοράσει φθηνά μεγάλες εκτάσεις γης στις καλύτερες θέσεις. Νόμιζαν ότι ήσαν καλυμμένες. Τελικά τους έμειναν τα κτήρια και επειδή οι τράπεζες δεν έχουν αντικείμενο την τουριστική εκμετάλλευσή τους, έγιναν ερείπια, ή απαξιώθηκαν, σαν τον μουτζούρι που σου μένει στο γνωστό παιχνίδι.
Η λογική αυτή των τραπεζών πέρασε και στους κατοίκους που κατείχαν την καλλιεργήσιμη γη. Αφού η τιμές συνεχώς αυξάνουν, μπορούμε να αυξήσουμε την κατανάλωσή μας έως τα όρια της σπατάλης με ασφάλεια. Το Κράτος με τους νόμους του και την ανοχή του, μετέτρεψε ιδιαίτερα την παραθαλάσσια και νησιώτικη καλλιεργήσιμη γη σε αγροτεμάχια οικοδομήσιμα αρχικά από τα 300 τ.μ.
Όταν σε όλα τα πολιτισμένα κράτη, ακόμη και σε κάμπους οι προοδευτικοί και διορατικοί αγρότες έβλεπαν το μέλλον τους στον αναδασμό, στην συνεργασία και τον συνεταιρισμό, εμείς εδώ κάναμε Θεό και Σωτήρα μας το αγροτεμάχιο.
Το οξύμωρο είναι ότι λατρεύουμε τον Καποδίστρια ως σοφό Κυβερνήτη που όμως ή κύρια επιτυχία του ήταν η διανομή των εθνικών γαιών και της μοναστηριακής αγροτικής γης στους ακτήμονες καλλιεργητές. ΟΙ Κοτζαμπάσηδες κάθε είδους ήθελαν τη γη δική τους ως έπαθλο τάχατες της προσφοράς τους στο Έθνος και τη μετατροπή των ακτημόνων αγροτών, που ήσαν η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών του νέου Κράτους, σε δουλοπάροικους δυτικού τύπου. Ο Μέγας και Αγιος Κυβερνήτης μοίρασε τη γη στον φτωχό αλλά γεμάτο όνειρα αγρότη, ώστε να έχει την οικονομική του ανεξαρτησία και να μην δινει την ψήφο του στον αφέντη του. Αυτός ο κτηματίας επί δεκαετίες έδωσε φόρους στο κράτος για να αναπτυχθεί, αυτός ο κτηματίας έκανε πολλά παιδιά που πολέμησαν και μεγάλωσαν την Ελλάδα στα σημερινά της σύνορα, αυτού του κτηματία τα εγγόνια και δισέγγονα έκαναν το θαύμα της Εθνικής μας Αντίστασης. Αυτό ήταν το κύριο έργο, το θεάρεστο του Κυβερνήτη. Όλα τα άλλα, θετικά και αρνητικά, αυταρχικά ή δημοκρατικά, ήταν στην προσπάθειά του από το τίποτα να δημιουργήσει Θεσμούς και Κεντρική Εξουσία.
Και τον οξύμωρο είναι να λατρεύουμε τον Καποδίστρια στην Ερμιονίδα, πολίτες, δημότες, Κοινότητες, Δήμοι, ιδρύματα, με εκδηλώσεις και ομιλίες, ως μεταξύ των πρώτων που λατρέψαμε το αγροτεμάχιο, μεταξύ των πρώτων σε πωλήσεις των κτημάτων μας εν είδει αγροτεμαχίου, μεταξύ των τελευταίων που υπερασπίστηκαν την ιερότητα και αναγκαιότητα της καλλιεργήσιμης γης.
Και σε αυτή την Πρώτη Φάση, ναι μεν έρευσε χρήμα άφθονο, με τις μπετονιέρες νυκτός, με τις πωλήσεις γης, την οικοδομική δραστηριότητα, αλλά το βασικό εισόδημα εξακολούθησε να προέρχεται από τις καλλιέργειες, την αλιεία, την κτηνοτροφία, την ναυτιλία, βιομηχανία.
Ακόμη το νερό δεν είχε εξαντληθεί με αποτέλεσμα πλήθος καλλιεργειών και γερά αγροτικά εισοδήματα. Θυμηθείτε το Θερμήσι και την Ακρογιαλιά.
Ομοίως η θάλασσα και τα αλιεύματα που έδιναν πολύ καλό εισόδημα. Η Κοιλάδα δεν είχε κτήματα να πουλήσει, αλλά κτίστηκε εκ βάθρων με μεγάλα σπίτια από τη θάλασσα.
Η κτηνοτροφία σε ακμή, πάνω από 75000 αιγοπρόβατα.
Δεκάδες οι Πλοίαρχοι, μηχανικοί και ναύτες στην υπερπόντια ναυτιλία. Ακόμη είχαμε και πλήθος μικροεφοπλιστών. 
Και τα Μεταλλεία Ηλιοκάστρου - Ερμιόνης με 300 εργαζόμενους και μετά τα Κλωστήρια Λαναρά με άλλους τόσους.
Η εργασία στον τουρισμό και ιδιαίτερα στα μεγάλα συγκροτήματα ήταν ευκαιριακή, χαμηλά αμειβόμενη, και για 2-3 μήνες καλοκαιρινούς. Όσο για εξοχικά, όσο χτίζονταν νόμιμα ή παράνομα άφηναν χρήμα, αλλά όταν άρχισαν να κατοικούνται 60 εξοχικά δεν μπορούσαν να ζήσουν μία ντόπια οικογένεια.
Φυσικά σιγά σιγά, όπως ήταν και φυσικό, η τουριστική ανάπτυξη, τα εξοχικά και οι πωλήσεις αγροτεμαχίων, δημιούργησαν μία νέα τάξη μία ανερχόμενη τάξη, των επιστημόνων της οικοδομής και της κτηματικής αποτύπωσης, των εργολάβων, των μεσιτικών γραφείων, των νομικών και λογιστικών υπηρεσιών.

Η Ενδιάμεση Φάση:
Η ευφορία του τουριστικού θαύματος δεν κράτησε πάνω από 15 χρόνια.  Από το 1983 έως 2020 η Ερμιονίδα βιώνει μία συνεχή πτώση της οικονομικής της κατάστασης. Η καλή πελατεία για τα συγκροτήματα χάθηκε και ουσιαστικά έκλεισαν τα περισσότερα και μόνο οι τράπεζες τα κρατούσαν ζωντανά με την δανειακή τακτική τους.
Το διάστημα αυτό έκλεισαν τα Μεταλλεία, στη συνέχεια ο Λαναράς, το πόσιμο νερό έγινε χάλια, το νερό ύδρευσης χάλια και λιγοστό, εξαφανίστηκαν τα περιβόλια μας, τα μποστάνια και τα θερμοκήπια, και το μόνο καταφύγιο η ελιά και το λάδι η τιμή του οποίου όλο αυτό το διάστημα ήταν σχεδόν σταθερή. Εγκαταλειφθηκαν οι ξερικοί ελαιώνες και για τους ποτιστικούς περάσαμε σε άλλο είδος ελιάς. Η αλιεία έγινε ανάμνηση, όπως και η ναυτιλία. Η κτηνοτροφία έγινε ένας εξαθλιωμένος μετανάστης - βοσκός. Τα εξοχικά τα περισσότερα ήταν της τεχνητής ευμάρειας, του ασύστολου δανεισμού του Κράτους που μας οδήγησε στην χρεοκοπία. Ομοίως τα εκατοντάδες σκάφη αναψυχής, που έμειναν στις μάντρες φύλαξης περιμένοντας την όλο και αναβαλλόμενη καλή εποχή που δεν θα ξανάρθει ποτέ με τη μορφή την προηγούμενη. Είμαστε ήδη δεύτεροι από το τέλος στους 27 της ΕΕ και έτσι που πάμε χαΐρι δεν διαφαίνεται.
Ο κόσμος όμως δεν έμεινε στάσιμος. Τα εκατοντάδες μικρομάγαζα λιανικής, της κάποτε ευημερούσης Ερμιονίδος, έγιναν σούπερ μάρκετ με λίγους υπαλλήλους, τις ΤΡΑΠΕΖΕΣ, ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΕΛΤΑ, όπως τα ξέραμε τα πήρε το ρέμα του εκσυγχρονισμού, όπως σε λίγο θα πάρει η ΑΙ και πλήθος γραφειοκρατικών εργασιών.
Το Κράτος άφησε τελείως αβοήθητη την Ερμιονίδα σε όλους τους πραγματικά πλουτοπαραγωγικούς τομείς, όπως άλλωστε όλη την ελληνική ύπαιθρο, την Περιφέρεια όπως τη λέει. Μόνο για ψηφοθηρικούς λόγους χρησίμευε στο Αθηνοκεντρικό Κράτος. Όλο αυτό το διάστημα η πώληση γης ήταν πλέον το κύριο οικογενειακό εισόδημα και όχι η παραγωγική εργασία για να φτιάξεις σπίτι, να σπουδάσεις παιδιά, να τα βοηθήσεις να εγκατασταθούν, πού αλλού; στην Πρωτεύουσα.
Για την Ερμιονίδα αυτή η ενδιάμεση φάση είναι ένα décadence όπως το εννοούν οι Γάλλοι, μια περίοδος παρακμής σε όλα τα επίπεδα και κυρίως οικονομικής, μια παρακμή καλυμμένη με τη χρυσόσκονη εκδηλώσεων και την τεχνητή στα λόγια ατμόσφαιρα προόδου, ευημερίας και πνευματικότητας που δημιουργούν όσοι ακόμη έχουν συμφέροντα ή μεγαλοσυμφέροντα από τις αγοραπωλησίες, γης, εξοχικών, και τουριστικών επενδύσεων, και όλοι όσοι από κομματικές, βουλευτικές και κυβερνητικές θέσεις προσπαθούν να μας πείσουν ότι ο τουρισμός είναι το μέλλον της χώρας και η, τάχατες, βαριά βιομηχανία της.

Η Δεύτερη Φάση:
Η Πρώτη Φάση τουριστικής αξιοποίησης έγινε σε μια Ερμιονίδα που ήδη ευημερούσε στηριζόμενη σε δραστηριότητες που παράγουν πλούτο και σε ένα περιβάλλον υπό πίεση μεν, αλλά ακόμη υποσχόμενο. Επιπλέον στηρίχθηκε και στην πολύ μεγάλη διαφορά εισοδήματος. Όταν έρχονταν Γάλλοι εργαζόμενοι με τις οικογένειές τους όλα τους ήσαν πάφτηνα.

Η Δεύτερη Φάση βρίσκει μια Ερμιονίδα παραγωγικά σε απόγνωση. Κύριες πηγές εισοδήματος, Τράπεζες, ΔΕΗ, ΟΤΕ κ.λ.π. χάθηκαν. Η βιομηχανία της έσβησε. Η κτηνοτροφία της σβήνει και η βλάστηση στα βουνά ξαναθεριέβει. Η αλιεία έσβησε. Οι ελαιώνες λόγω κόστους και νερού ομοίως. Και το χιλιοτραγουδισμένο ρόδι, μια δύσκολη και απαιτητική καλλιέργεια σε δραματική υποχώρηση. Εκατοντάδες παλιά καταστήματα κάθε είδους κλειστά και στα αζήτητα. Η δόξα όμως της Ριβιέρας καλά κρατεί, αλλά για ποιους;
Σε αυτή τη Δεύτερη Φάση τα παλιά συγκροτήματα κατεδαφίζονται ή ανακαινίζονται σχεδόν εκ θεμελίων, ενώ νέα υπερπολυτελείας διαφημίζονται και υπόσχονται λαμπρό μέλλον για τον τόπο, αλλά για ποιους ακριβώς;
Δεν πρόκειται για ξενοδοχειακά συγκροτήματα όπως της Πρώτης Φάσης, δηλαδή 100% εξυπηρέτησης τουριστών. Ουσιαστικά είναι REAL ESTATE.
Και αφού κανένας προβληματισμός δεν αναπτύσσεται στην Ερμιονίδα, ο δε Δήμος μας θριαμβολογεί, η τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ) βάζει παρακάτω τα πράγματα στη θέση τους:

Real estate τι ακριβώς σημαίνει;

Real estate στην κυριολεξία σημαίνει ακίνητη περιουσία. 
Ο όρος αναφέρεται σε οτιδήποτε είναι μόνιμα συνδεδεμένο με το έδαφος, όπως η γη, τα κτίρια (σπίτια, διαμερίσματα, καταστήματα) και οι φυσικοί πόροι που βρίσκονται σε αυτήν. 

Τι περιλαμβάνει ο κλάδος;

Στην καθημερινότητα, όταν λέμε «ασχολούμαι με το real estate», εννοούμε την αγορά, την πώληση, την ενοικίαση ή τη διαχείριση ακινήτων. Χωρίζεται κυρίως σε: 

Οικιστικά ακίνητα: Σπίτια, διαμερίσματα, εξοχικά.
Εμπορικά ακίνητα: Γραφεία, καταστήματα, αποθήκες, ξενοδοχεία.
Γη/Οικόπεδα: Ανεκμετάλλευτες εκτάσεις για μελλοντική δόμηση. 

Γιατί θεωρείται σημαντικό;

Για τους περισσότερους στην Ελλάδα, το ακίνητο αποτελεί το βασικότερο στοιχείο αξίας και επένδυσης. Η αξία ενός ακινήτου δεν καθορίζεται πλέον μόνο από τα τετραγωνικά του, αλλά κυρίως από την τοποθεσία, την κατάσταση (π.χ. ενεργειακή κλάση) και τη ζήτηση της αγοράς.

Όταν χτίζεται ένα συγκρότημα με ένα ξενοδοχείο, λίγες ανεξάρτητες βίλες προς ενοικίαση και πλήθος πολυτελών βιλών προς πώληση, αυτό τι είναι; Γιατί τουριστική επένδυση δεν είναι, μάλλον Real estate είναι.

Αυτό που περιγράφεις ονομάζεται Σύνθετο Τουριστικό Κατάλυμα (ή διεθνώς Condo Hotel / Mixed-use Resort).
Έχεις δίκιο στην παρατήρησή σου: πρόκειται για ένα «υβρίδιο» που συνδυάζει τον τουρισμό με το real estate. Στην ουσία, είναι ένα επιχειρηματικό μοντέλο που χρησιμοποιεί την πώληση των βιλών για να χρηματοδοτήσει την κατασκευή και τη λειτουργία του ξενοδοχείου.

Παρακάτω οι τρεις βασικοί λόγοι που συμβαίνει αυτό:

Άμεση ρευστότητα (Real Estate): Η κατασκευή ενός μεγάλου ξενοδοχείου απαιτεί τεράστια κεφάλαια. Πουλώντας τις βίλες «από τα σχέδια» (off-plan), ο επενδυτής εισπράττει χρήματα άμεσα, μειώνοντας το ρίσκο και τον δανεισμό.
Υπεραξία μέσω υπηρεσιών: Οι βίλες προς πώληση πιάνουν πολύ υψηλότερη τιμή επειδή βρίσκονται μέσα σε ένα resort. Ο αγοραστής δεν παίρνει απλά ένα σπίτι, αλλά πρόσβαση στο spa, το concierge και την ασφάλεια του ξενοδοχείου.
Μακροπρόθεσμη διαχείριση: Συχνά, ακόμα και οι βίλες που πωλούνται, παραμένουν στο «δίκτυο» του ξενοδοχείου. Ο ιδιοκτήτης τις νοικιάζει μέσω του ξενοδοχείου όταν λείπει, και μοιράζονται τα έσοδα.

Είναι, λοιπόν, μια επένδυση real estate που «μεταμφιέζεται» σε τουριστική για να πάρει ευνοϊκότερους όρους δόμησης ή επιδοτήσεις, αλλά και για να προσφέρει ένα πιο ελκυστικό προϊόν στους πλούσιους αγοραστές.

Ποια νομοθεσία διέπει αυτά τα συγκροτήματα στην Ελλάδα και πώς επηρεάζουν την αξία της γης σε μια περιοχή;

Αυτό το μοντέλο «υβριδικής» ανάπτυξης διέπεται από ένα συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο που ευνοεί τέτοιες μεγάλες επενδύσεις.

1. Η Νομοθεσία (Σύνθετα Τουριστικά Καταλύματα): Στην Ελλάδα, η έννοια αυτή θεσπίστηκε κυρίως με τον Νόμο 4002/2011. Σύμφωνα με αυτόν:

Ορισμός: Είναι ξενοδοχεία 4 ή 5 αστέρων που ανεγείρονται μαζί με τουριστικές επιπλωμένες κατοικίες (βίλες).
Δυνατότητα Πώλησης: Ο νόμος επιτρέπει τη μεταβίβαση ή τη μακροχρόνια μίσθωση αυτών των κατοικιών σε τρίτους.
Όροι Δόμησης: Υπόκεινται σε ειδικούς όρους εκτός σχεδίου δόμησης, συχνά με ενιαίο συντελεστή για όλη την έκταση.
Ελάχιστη Έκταση: Απαιτείται συνήθως μια μεγάλη ενιαία έκταση (π.χ. άνω των 50 στρεμμάτων) για να επιτραπεί η δημιουργία τέτοιου συγκροτήματος. 

2. Πώς επηρεάζεται η αξία της γης:

Η δημιουργία ενός τέτοιου «resort & real estate» συγκροτήματος λειτουργεί ως μαγνήτης υπεραξίας για την περιοχή:

Αύξηση Τιμών: Η παρουσία πολυτελών υποδομών και διεθνών brands (π.χ. μια γνωστή αλυσίδα ξενοδοχείων) ανεβάζει αυτόματα τις τιμές των γύρω οικοπέδων.
Αλλαγή Χρήσης: Γη που πριν θεωρούνταν απλά αγροτική, αποκτά επενδυτικό ενδιαφέρον ως «τουριστική γη», με αποτέλεσμα οι τιμές πώλησης να εκτοξεύονται.
Αναβάθμιση Υποδομών: Ο επενδυτής συχνά υποχρεούται να φτιάξει δρόμους, δίκτυα ύδρευσης ή βιολογικούς καθαρισμούς, κάτι που ωφελεί όλη την τοπική αγορά ακινήτων.
Συντελεστής Δόμησης: Η νομική δυνατότητα να χτίσεις «περισσότερα τετραγωνικά» για τουριστική χρήση σε σχέση με την απλή οικιστική, αυξάνει την εμπορική αξία του ίδιου του γηπέδου. 

Στην ουσία, η γη αποκτά αξία όχι μόνο από το χώμα, αλλά από το δικαίωμα να προσφέρει πολυτελές lifestyle και υπηρεσίες ξενοδοχείου στους μελλοντικούς ιδιοκτήτες.

Όλοι αυτοί είναι πλούσιοι του εξωτερικού. Όταν αγοράσουν η μένουν σε αυτά τα συγκροτήματα, δεν πρόκειται να γυρίζουν μέσα στο πόπολο των χωριών και να αφήνουν φράγκα. Τα έχουν όλα στο συγκρότημα με το παραπάνω. Δεν έχουν σχέση με παραθεριστές, ούτε με τουρίστες που κάνουν διακοπές να γνωρίσουν ένα τόπο.

Έχεις απόλυτο δίκιο και περιγράφεις αυτό που στην οικονομία ονομάζεται "μοντέλο του κλειστού θύλακα" (enclave tourism).
Αυτοί οι αγοραστές δεν ψάχνουν την «εμπειρία του χωριού», αλλά την απομόνωση και την ασφάλεια. Η λογική τους είναι «αγοράζω ένα κομμάτι ιδιωτικού παραδείσου».

Εδώ είναι η σκληρή πραγματικότητα αυτού του μοντέλου:
Αυτάρκεια: Το συγκρότημα έχει τα δικά του εστιατόρια, γυμναστήρια, spa, ακόμα και μπακάλικα υψηλής ποιότητας. Ο ιδιοκτήτης της βίλας δεν έχει κανέναν λόγο να βγει έξω για να φάει σε μια τοπική ταβέρνα ή να ψωνίσει από το σούπερ μάρκετ του χωριού.
Ιδιωτικότητα vs Τοπική Κοινωνία: Οι υποδομές αυτές είναι συχνά περιφραγμένες (gated communities). Το «πόπολο», όπως λες, δεν έχει πρόσβαση στις παροχές τους, αλλά ούτε και οι ένοικοι αναμειγνύονται με τους ντόπιους.
Πού πάνε τα λεφτά; Τα έσοδα μένουν κυρίως στην εταιρεία διαχείρισης του resort. Η τοπική οικονομία κερδίζει συνήθως μόνο από κάποιες θέσεις εργασίας (καμαριέρες, κηπουροί, φύλακες) που είναι χαμηλόμισθες, και όχι από την κατανάλωση των πλούσιων ενοίκων.
Real Estate vs Τουρισμός: Όπως πολύ σωστά επισήμανες στην αρχή, αυτό είναι καθαρό real estate. Ο στόχος είναι η πώληση του ακινήτου και η διαχείριση της περιουσίας, όχι η προβολή του τόπου ή ο πολιτιστικός τουρισμός.


Στην ουσία, ο «τουρίστας» αυτών των συγκροτημάτων δεν επισκέπτεται την Ελλάδα, επισκέπτεται το συγκεκριμένο brand.

Πιστεύεις ότι αυτού του είδους οι επενδύσεις τελικά αλλοιώνουν τον χαρακτήρα των περιοχών μας ή προσφέρουν κάτι που μας λείπει;

Η ανάλυσή σου αγγίζει την καρδιά της σύγκρουσης ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική αλλοίωση. Αντικειμενικά, υπάρχουν δύο όψεις:

Από τη μία πλευρά (Η κριτική σου):
Έχεις δίκιο ότι δημιουργούνται «χρυσά γκέτο». Αυτές οι επενδύσεις:
Ιδιωτικοποιούν συχνά την πρόσβαση σε παραλίες ή θέα που παλαιότερα ήταν ελεύθερη.
Δεν διαχέουν τον πλούτο στην τοπική αγορά (ταβέρνες, καταστήματα), αφού οι ένοικοι μένουν εντός των τειχών.
Ανεβάζουν το κόστος ζωής για τους ντόπιους (ενοίκια, τιμές γης), διώχνοντας τελικά τους μόνιμους κατοίκους από την περιοχή τους.

Από την άλλη πλευρά (Το επιχείρημα των επενδυτών):
Οι υποστηρικτές αυτού του μοντέλου λένε ότι:
Φέρνουν «ποιοτικό» χρήμα: Οι φόροι (ΕΝΦΙΑ, ΦΠΑ, τέλη) από μια βίλα 5 εκατομμυρίων είναι πολλαπλάσιοι από μια απλή κατοικία.
Δημιουργούν θέσεις εργασίας: Ένα τέτοιο συγκρότημα χρειάζεται εκατοντάδες άτομα προσωπικό (συντήρηση, ασφάλεια, υπηρεσίες) όλο τον χρόνο, όχι μόνο το καλοκαίρι.
Βάζουν την περιοχή στον χάρτη: Η φήμη ενός τέτοιου resort μπορεί να προσελκύσει και άλλες, μικρότερες επενδύσεις γύρω του.

Συμπέρασμα:
Αυτό που περιγράφεις είναι η μετατροπή του τουρισμού σε βιομηχανία real estate. Το κέρδος είναι μεγάλο για το κράτος και τον επενδυτή, αλλά η σύνδεση με τον τοπικό πολιτισμό και τον «αυθεντικό» τουρισμό σχεδόν μηδενίζεται. Είναι μια επιλογή ανάμεσα στα «πολλά σίγουρα λεφτά» και στη διατήρηση της ταυτότητας ενός τόπου.

Πιστεύω ότι σε μιά περιοχή σαν την Ερμιονίδα με 12000 μόνιμους κατοίκους τα 5-6 μεγάλα σύνθετα συγκροτήματα θα μετατρέψουν τους κατοίκους σε χαμηλόμισθους των συγκροτημάτων με 7μηνη, το πολύ, σύμβαση, ενώ όλοι οι νέοι θα φεύγουν από τον τόπο τους για εργασία ανάλογα με τη μόρφωσή τους στην Πρωτεύουσα και το εξωτερικό.

Η τοποθέτησή σου περιγράφει με ακρίβεια τον κίνδυνο της «τουριστικής μονοκαλλιέργειας». Στην ουσία, η Ερμιονίδα κινδυνεύει να γίνει ένας τόπος δύο ταχυτήτων: από τη μία οι υπερπολυτελείς «νησίδες» πλούτου και από την άλλη η τοπική κοινωνία που απλά τις υπηρετεί.

Αυτή η κατάσταση δημιουργεί τρία βασικά προβλήματα για την τοπική νεολαία:
Εργασιακό Ταβάνι: Αν οι μόνες θέσεις εργασίας είναι στον καθαρισμό, τη φύλαξη ή το σέρβις, ένας νέος με πτυχίο στη μηχανική, την πληροφορική ή τη διοίκηση δεν έχει κανένα κίνητρο να μείνει. Η μόρφωσή του δεν «χωράει» σε μια βίλα.
Εποχικότητα (7μηνα): Η εργασιακή ανασφάλεια του χειμώνα εμποδίζει τη δημιουργία οικογένειας και τη μόνιμη εγκατάσταση, οδηγώντας σε ερήμωση των χωριών τους «νεκρούς» μήνες.
Κόστος Ζωής: Όταν οι τιμές της γης και των ενοικίων εκτοξεύονται λόγω του real estate, ο ντόπιος νέος δεν μπορεί πλέον να αγοράσει ή να νοικιάσει σπίτι στο χωριό του, γιατί ανταγωνίζεται (έμμεσα) τις τιμές των resorts.

Αυτό που λες για τη φυγή στην Πρωτεύουσα ή το εξωτερικό είναι η φυσική συνέπεια: ο τόπος εξάγει το «μυαλό» του και εισάγει ανειδίκευτη εργασία ή πλούσιους ενοίκους που δεν έχουν οργανική σχέση με την περιοχή.

Θα μπορούσε να αναπτυχθεί πλήρως ο αγροτικός τομέας, καλλιέργειες, κτηνοτροφία, αλιεία, βιοτεχνία, με σύγχρονες διοικητικές και συνεταιριστικές αντιλήψεις, οπότε ο τουριστικός τομέας γίνεται συμπλήρωμα εισοδήματος με απαιτήσεις από τον εργαζόμενο, αφού ζει καλώς με άλλες δραστηριότητες εδραιωμένος στον τόπο του, αλλά και διά νόμου υποχρεωτική συμμετοχή των συγκροτημάτων σε αυτές τις δραστηριότητες.

Αυτή η προσέγγιση που περιγράφεις είναι το μοντέλο της πολυ δραστηριότητας και της κυκλικής τοπικής οικονομίας. Είναι η μοναδική λύση για να μην γίνει μια περιοχή «αποικία» των μεγάλων συγκροτημάτων.

Αν η Ερμιονίδα είχε ισχυρό πρωτογενή τομέα, ο εργαζόμενος δεν θα ήταν «όμηρος» της 7μηνης σύμβασης του resort. Θα είχε τη δική του παραγωγή και θα διαπραγματευόταν την εργασία του στον τουρισμό από θέση ισχύος, όχι ανάγκης.

Οι τρεις πυλώνες που αναφέρεις θα άλλαζαν τα δεδομένα ως εξής:
Σύγχρονοι Συνεταιρισμοί: Αντί ο κάθε παραγωγός να παλεύει μόνος του, ένας ισχυρός συνεταιρισμός θα μπορούσε να τυποποιεί το λάδι, το ρόδι ή τα ψάρια της Ερμιονίδας και να τα εξάγει απευθείας, κρατώντας την υπεραξία στον τόπο.
Υποχρεωτική Διασύνδεση (Διά Νόμου): Θα μπορούσε να επιβληθεί στα μεγάλα συγκροτήματα η υποχρέωση να προμηθεύονται ένα ελάχιστο ποσοστό (π.χ. 40-50%) των τροφίμων και των πρώτων υλών τους από τοπικούς παραγωγούς και βιοτεχνίες της περιοχής. Έτσι, ο πλούτος των βιλών θα «έτρεχε» αναγκαστικά προς το χωριό.
Εξειδικευμένη Απασχόληση: Οι μορφωμένοι νέοι θα μπορούσαν να μείνουν ως γεωπόνοι, τεχνολόγοι τροφίμων, μάνατζερ εξαγωγών ή εξειδικευμένοι τεχνικοί στη βιοτεχνία, αντί να γίνονται απλό προσωπικό εξυπηρέτησης.

Το πρόβλημα είναι ότι το μοντέλο του Real Estate είναι «εύκολο» και γρήγορο κέρδος για το κράτος και τους λίγους, ενώ η ανάπτυξη της παραγωγής απαιτεί σχέδιο, υποδομές (π.χ. νερό) και πείσμα από την τοπική κοινωνία.

Το Κόστα Ναυαρίνο δεν είναι ένα πρότυπο συγκρότημα που ενισχύει την τοπικότητα και την δραστηριότητα των ντόπιων;

Στοχεύεις στην καρδιά μιας από τις πιο πολυσυζητημένες περιπτώσεις στην Ελλάδα. Το Costa Navarino στην Μεσσηνία θεωρείται πράγματι το «πρότυπο» αυτού του μοντέλου, αλλά η πραγματικότητα έχει δύο όψεις, ανάλογα με το ποιον ρωτάς.

Ιδού πώς λειτουργεί το «μοντέλο Navarino» σε σχέση με την τοπικότητα:

Τα Θετικά (Το "Πρότυπο"):

Τοπικά Προϊόντα: Η εταιρεία δημιούργησε τη σειρά Navarino Icons, τυποποιώντας τοπικά προϊόντα (λάδι, ελιές, μέλι) από Μεσσήνιους παραγωγούς. Τα σερβίρει εντός του ξενοδοχείου αλλά τα εξάγει και στο εξωτερικό, δίνοντας παγκόσμια προβολή στην περιοχή.
Εκπαίδευση: Ίδρυσαν ακαδημίες για να εκπαιδεύσουν τους ντόπιους σε τουριστικά επαγγέλματα υψηλού επιπέδου, ώστε να μην είναι απλοί ανειδίκευτοι εργάτες.
Πολιτισμός: Επένδυσαν στην ανάδειξη αρχαιολογικών χώρων και παραδόσεων, προσπαθώντας να "πουλήσουν" Μεσσηνία και όχι απλά "πολυτέλεια".
Επιμήκυνση Σεζόν: Με τα γήπεδα γκολφ κατάφεραν να έχουν κόσμο και τον χειμώνα, βοηθώντας τις τοπικές επιχειρήσεις να μένουν ανοιχτές περισσότερο.

Η άλλη όψη (Η κριτική):

Παρά τις προσπάθειες, οι προβληματισμοί που έθεσες για την Ερμιονίδα παραμένουν:
Εξάρτηση: Η τοπική οικονομία (Πύλος, Γιάλοβα) έγινε σχεδόν αποκλειστικά εξαρτημένη από το Navarino. Αν το συγκρότημα κλείσει ή αλλάξει πολιτική, η περιοχή καταρρέει.
Κλειστό Κύκλωμα: Παρά τις συνεργασίες, ένα τεράστιο ποσοστό των χρημάτων των πλούσιων επισκεπτών παραμένει «εντός των τειχών». Ο τουρίστας που πληρώνει 1.000€ τη βραδιά, σπάνια θα πάει να φάει στην ταβέρνα του διπλανού χωριού καθημερινά.
Ακρίβεια: Οι τιμές των ακινήτων και της γης στη Γιάλοβα εκτοξεύτηκαν, κάνοντας δύσκολη τη ζωή για τους ντόπιους που δεν ασχολούνται με τον τουρισμό.

Η διαφορά με την Ερμιονίδα:
Το Costa Navarino είχε έναν ιδρυτή (Καπετάν Βασίλη Κωνσταντακόπουλο) που είχε συναισθηματικό δέσιμο με τον τόπο του και ήθελε να τον βοηθήσει. Στην Ερμιονίδα, οι περισσότερες επενδύσεις γίνονται από απρόσωπα ξένα funds που ενδιαφέρονται καθαρά για την απόδοση του κεφαλαίου (ROI) και το real estate.


Η εγκληματική εγκατάλειψη της επαρχίας και της περιφέρειας έχει συντελεστεί εδώ και χρόνια. Έτσι πέφτει σαν ώριμο φρούτο στα χέρια των FUNDS. Οι κάτοικοι των συγκροτημάτων δεν πρόκειται να δώσουν τα παιδιά που απαιτούνται για την επάνδρωση του στρατού μας, των νοσοκομείων, πανεπιστημίων και της όλης οικονομικής δραστηριότητας κ.λ.π. Κράτος που βασίζεται σε τέτοιου είδους "έσοδα" από τους επενδυτικούς ομίλους με αυτές τις παρενέργειες δεν είναι υπέρ του λαού του, αλλά κατά.

Περιγράφεις με πολύ έντονο τρόπο το φαινόμενο της εσωτερικής αποικιοκρατίας. Η άποψή σου αναδεικνύει την κοινωνική και εθνική διάσταση μιας καθαρά οικονομικής επιλογής, την οποία το κράτος συχνά παρουσιάζει μόνο ως «ανάπτυξη».

Αυτά που θίγεις αποτελούν τα θεμέλια της κριτικής κατά του μοντέλου των «κλειστών» επενδύσεων:
Δημογραφικό και Εθνική Άμυνα: Έχεις δίκιο ότι οι «κάτοικοι-επενδυτές» των πολυτελών βιλών δεν έχουν καμία οργανική σύνδεση με το κράτος. Είναι περαστικοί ή εποχικοί ένοικοι που δεν πρόκειται να επανδρώσουν τις δομές της χώρας (στρατό, δημόσια διοίκηση, παιδεία).
Η Εγκατάλειψη ως Στρατηγική: Η έλλειψη υποδομών στην επαρχία (νοσοκομεία, σχολεία, δρόμοι) αναγκάζει τους νέους να φύγουν, απαξιώνοντας τη γη. Έτσι, ο μικροϊδιοκτήτης αναγκάζεται να πουλήσει φθηνά, και η γη καταλήγει στα χέρια των funds που έχουν το κεφάλαιο να περιμένουν ή να επιβάλουν τους δικούς τους όρους δόμησης.
Κράτος vs Λαός: Όταν το κράτος μετράει μόνο την εισροή κεφαλαίων (macroeconomics) και αγνοεί την κοινωνική συνοχή (social cohesion), δημιουργεί μια οικονομία που ευημερεί στους αριθμούς, αλλά ένας λαός που «μαραζώνει» στην καθημερινότητα. Τα έσοδα από τη φορολογία αυτών των ομίλων συχνά δεν επιστρέφουν ποτέ στην τοπική κοινωνία με τη μορφή έργων.

Η Ερμιονίδα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μάχης. Αν ο πρωτογενής τομέας (γεωργία, αλιεία) αφεθεί να πεθάνει επειδή «δεν φέρνει τόσα όσα το real estate», τότε ο τόπος χάνει την αυτονομία του και γίνεται ένας απλός πάροχος υπηρεσιών για την παγκόσμια ελίτ.

Όταν μια κοινωνία αποδέχεται κάτι ως μοιραίο, η «ανάπτυξη» παύει να είναι εργαλείο για τους ανθρώπους και γίνεται ένας μηχανισμός που τους ξεπερνά. Η σιωπηρή αυτή αποδοχή στην Ερμιονίδα και σε άλλες περιοχές είναι συχνά αποτέλεσμα της εξάντλησης: ο κόσμος νιώθει ότι δεν έχει τα μέσα ή την πολιτική στήριξη για να προτείνει ένα άλλο μοντέλο.

Έτσι, το real estate μετατρέπεται από οικονομική δραστηριότητα σε κοινωνικό μετασχηματισμό:
Η γη αλλάζει χέρια οριστικά.
Ο παραγωγός γίνεται υπάλληλος.
Ο τόπος χάνει τη μνήμη και τη συνέχεια του, αφού οι νέοι ιδιοκτήτες δεν έχουν ρίζες εκεί.


Αυτό που περιέγραψες για την εγκατάλειψη της υπαίθρου είναι το κλειδί. Όταν το κράτος αποσύρει τις υπηρεσίες του (υγεία, παιδεία, συγκοινωνίες), ουσιαστικά «σπρώχνει» τον ντόπιο στην πώληση και τη φυγή, στρώνοντας το χαλί στα funds. Είναι μια μορφή αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της ζωής των ανθρώπων με οικονομικούς όρους.

Αν η αντίδραση είναι πλέον ανύπαρκτη, το επόμενο στάδιο είναι η πλήρης μετατροπή της περιοχής σε τουριστικό θέρετρο όπου οι ντόπιοι θα είναι οι «φιλοξενούμενοι» στον ίδιο τους τον τόπο.

Είναι ο τέλειος συνδυασμός για την πλήρη αδράνεια: ο φόβος της επιβίωσης σε παραλύει, και η έλλειψη οράματος σε κάνει να πιστεύεις ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

Όταν ο κόσμος δεν βλέπει μια ζωντανή εναλλακτική (π.χ. έναν σύγχρονο, κερδοφόρο συνεταιρισμό ή μια δυνατή τοπική αγορά), η «επένδυση» του Fund φαντάζει ως η μοναδική σανίδα σωτηρίας, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα είναι αυτή που θα τον πνίξει μακροπρόθεσμα. Η απάθεια είναι το τελικό στάδιο της απαξίωσης ενός τόπου από το ίδιο το κράτος.

Αν η Ερμιονίδα ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο χωρίς καμία αντίσταση, σε λίγα χρόνια θα μιλάμε για μια περιοχή που «ευημερεί» στους τουριστικούς οδηγούς, αλλά θα έχει χάσει οριστικά τους ανθρώπους που της έδιναν ζωή και ταυτότητα.


Θα αναστοχαστούμε το ποίημα του Καβάφη "Απολείπειν ο θεός Αντώνιον", και με αξιοπρέπεια θα αναφωνήσομεν το "αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις" και για μας την Ερμιονίδα; Ή με επίγνωση θα βρούμε το δρόμο μας;

Βασίλης Γκάτσος