ΕΞΟΔΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ
Στο Μεσολόγγι Αγαρηνοί; Διώξτε τους παλληκάρια!
τ’ασκέρι από το κάστρο σας, το στόλο απ’ το γιαλό.
Τη ναυαρχίδα με τριπλά κανόνια και ζωνάρια
Κι αυτόν τον καπετάν πασά θα κάψω με καλό.
ΚΙ αν διπλαρώσω μια φορά και το μπουρλότο ανάψω
Με φλόγες τ’ όνομά μου εγώ στην πρύμνη της θα γράψω.
Β. Ουγκώ
Τη νύχτα μεταξύ 10ης και 11ης Απριλίου του 1826, ύστερα από 12 μήνες πολιορκίας, οι έγκλειστοι Μεσολογγίτες πραγματοποιούν ηρωική έξοδο. Τα πυρομαχικά και τα τρόφιμα είχαν τελειώσει προ πολλού. Η μόνη επιλογή ήταν προσπάθεια διαφυγής ανάμεσα σε χιλιάδες ένοπλους άνδρες του τουρκοαιγυπτιακού στρατού. Αυτή ήταν η δεύτερη πολιορκία που βίωνε το Μεσολόγγι, που είχε επαναστατήσει ενάντια στον οθωμανικό ζυγό στις 20 Μαΐου 1821. Η πρώτη πολιορκία τέλη του 1822, διήρκησε λίγους μήνες και κατέληξε με ήττα των Τούρκων. Λεπτομέρειες για τη δεύτερη ηρωική έξοδο πληροφορούμαστε από τον Τύπο της εποχής.( ΓΕΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 26, 29 Μαΐου και 2 Ιουνίου 1826). Πρόκειται για συγκλονιστικές μαρτυρίες φρίκης, όσων επέζησαν εκείνη τη νύχτα:
Περί των τελευταίων στιγμών του Μεσολογγίου και της ηρωικής αναχωρήσεως της φρουράς.
Αι τροφαί είχαν αρχίσει προ ημερών βαθμηδόν να ελαττούνται, εως ότου εξέλιπον διόλου περί τας 25 του Μαρτίου. Κατ’ εκείνας τας ημέρας έφθασε και η παρά του ναυάρχου Μιαούλη διοικουμένη μοίρα και επροσπάθει να ανοίξη την λίμνην, δια να εμβάση τροφάς, αλλ’ ο εχθρός είχε προκαταλάβει όλας τας εισόδους, κατασκευάσας επ’ αυτών κανονοστάσια, τα οποία κατέσταινον αδύνατον την εισχώρησιν των βαρκών του στόλου μας, όστις, ων ολιγάριθμος και μη έχων ικανούς ναύτας, δεν εδύνατο να αποχωρίζεται πολύν καιρόν από αυτάς… Άρχισε λοιπόν (σ.σ. η φρουρά) να τρέφεται με κρέατα ίππων, μουλαρίων, όνων, σκύλων, γατών, ποντικών, με καβούρους της θαλάσσης, τους οποίους ηγόραζον ακριβά, πυροβολούμενοι από τα λαντζόνια του εχθρού, και τελευταίον με αρμύρας, φυτά φυόμενα παρά την λίμνην, τα οποία αδυνάτιζαν έτι μάλλον τους τρώγοντας, ερεθίζοντα την κένωσιν. Εις τοιαύτην κατάστασιν πολλοί των ασθενών απέθνησκον, και άλλοι δια την ακαθαρσίαν της τροφής, ή την παντελή στέρησιν, έπιπτον λιποθυμημένοι κατά γης...Κατά δυστυχίαν ένας βούλγαρος ή Σέρβος, εξελθών εκ της φρουράς, αυτομόλησε προς τους εχθρούς και εφανέρωσε και τον σκοπόν και το σχέδιον, και την ημέραν της εξόδου. Ως τρείς χιλιάδες εσυμποσούντο οι στρατιώται της φρουράς ομού με τους ασθενείς, οίτινες εδύναντο οπωσούν βοηθούμενοι να κινηθώσι και να σωθούν από τον κίνδυνον, ως χίλιοι οι εργάται και άλλοι μη ικανοί δια τα άρματα, και υπέρ τας πέντε χιλιάδας τα γυναικόπαιδα. Οι ασθενείς και πολλοί άλλοι αδύνατοι είχαν απόφασιν, εάν έβλεπον δύσκολον και την στιγμήν εκείνην το επιχείρημα, να καώσι μέσα εις τα οσπίτια, και πολλοί γέροντες και γυναίκες με τα παιδία των δεν εφρόντιζαν τίποτε άλλο, ειμή πως να μη
πέσωσι εις τας χείρας βαρβάρων, και ο,τι πάθουν, ας πάθουν… Η 10 του Απριλίου έφθασε, και προς τας 12 ώρας της ημέρας ηκούσθηένας τουφεκοβολισμός εις την κορυφήν του Ζυγού προς το μέρος του Αγίου Συμεώνος, και τότε εκατάλαβεν η φρουρά, ότι ήρχετο η έξωθεν βοήθεια. Αμέσως εσυνάχθησαν οι στρατηγοί εις την ανατολικήν πλευράν του οχυρώματος, και συσκεφθέντες απεφάσισαν τον τρόπο της φυγής, και έβγαλαν ένα περίπολον να περιέλθη όλα τα κανονοστάσια και να το γνωστοποιήση εις όλους τους στρατιώτας και λοιπούς, και ότι εις τας 2 ώρας της νυκτός έμελλον να βγούν από το οχύρωμα. Εις το διάστημα τούτο διωρίσθησαν να φυλάττουν άκραν σιωπήν και να μη πυροβολούν, εκτός των φυλακών, αι οποίαι έπρεπε κατά την τάξιν να φωνάζουν και να τουφεκίζουν από καιρόν εις καιρόν. Όσα πράγματα δεν ήθελον να αφήσουν εις τας χείρας των εχθρών αφανίζοντο, η πυρίτις και τα φυσέκια μετεκομίζοντο εις τα οσπίτια, όπου έμελλον να κλεισθούν οι ασθενείςκαι αδύνατοι, οι οποίοι απεφάσισαν να πολεμήσουν όσον εδύναντο, και να καούν έπειτα με τους εχθρούς των. Αι γυναίκες ενδύοντο την ανδρικήν στολήν και πολλαί εξ αυτών εζώνοντο και την σπάθην, δια να απαντήσωσιν ευκολώτερον τον εχθρόν και να μη πέσουν ζώσαι εις τας χείρας των βαρβάρων, αλλ’ ή να σωθούν με τους άνδρας των, ή να φονευθούν εις την συμπλοκήν. Οι χαρακτήρες της τυπογραφίας, οίτινες ετύπωσαν εις τας σελίδας της ιστορίας και εμετωχέτευσαν εις τας επερχομένας γενεάς τας αξιομνημονεύτους περιστάσεις της πολιορκίας, τα λαμπρά κατορθώματα της φρουράς και τα αθάνατα ονόματα τοσούτων ηρώων, ως και αυτοί και τα πιεστήρια διεσκορπίσθησαν και ετάφησαν εις το έδαφος του Μεσολογγίου, δια να μη μωλυνθώσι από βαρβαρικάς χείρας, αφού εχρησίμευσαν εις τοιούτον ιερόν έργον. Αι πολεμικαί αποσκευαί αφανίζοντο, και τα κανόνια ετοιμάζοντο να κρημνισθούν και να παραχωθούν εις το χανδάκιον έπρεπεν εν ταυτώ και να καρφωθούν, αλλ’ οι κανονιέροι ήσαν Μασολογγίται, και καθώς όλους τους λοιπούς πολύ περισσότερον εκολάκευεν αυτούς η ελπίς, ότι ήθελον επανέλθει νικηταί εις την πόλιν… Η καταφρόνησις του θανάτου και αι καθημεριναί νίκαι δικαίως τους έκαμον να στοχάζωνται ότι δύνανται να κατορθώσουν τοιαύτα θαύματα. Αλλά τοιούτος ηρωισμός εις εκείνην την περίστασιν μόνον εις τους εν Μεσολογγίω ευρίσκετο. Περί τας 2 ώρας της νυκτός ετέρα περίπολος φυλακή, περιερχομένη τα κανονοστάσια, εσύναζε τους στρατιώτας και τους έστελεν, όσο ήτο δυνατόν χωρίς θόρυβον, προς την ανατολικήν πλευράν, όπου ήσαν τα γεφύρια, αφήσασα μόνον τας φυλακάς, δια να μη παύση ο εκ διαλειμμάτων τουφεκισμός μέχρι της τελευταίας στιγμής, ότε έμελλον να αποσυρθούν και αυταί. Άρχισαν δε να εξέρχωνται εκ του οχυρώματος, αλλ’ οι Μεσολογγίται μόνοι δεν εφαίνοντο, ούτοι είχαν διασκορπισθή εις την πόλιν δια να συνοδεύσουν τας γυναίκας και τα τέκνα των, δια τας οποίας αφέθη το έσχατον προς την θάλασσαν γεφύριον, ως απέχον περισσότερον των εχθρικών προμαχώνων. Ο εχθρός, άμα ήκουσε τον κρότον των τουφεκίων εις το βουνόν, ων προϊδεασμένος από τον Βούλγαρον, εννόησεν ότι ήρχετο η βοήθεια και ότι ετοιμάζοντο δια την φυγήν, και αμέσως έλαβε τα μέτρα του, διατάξας το στράτευμά του εις τα οπίσθια και εις τους προμαχώνας. Έξωθεν του παλαιού χανδακίου ολίγα βήματα είχε κατασκευσμένα δυο μικρά καστέλλια, το εν εις το χείλος της λίμνης, το έτερον ως διακόσια βήματα μακράν από αυτό εις το ενδότερον, και δια μέσου αυτών έπρεπε να περάσουν οι ημέτεροι, άμα ότε ήθελαν πηδήσει το παλαιόν χανδάκι. Ο εχθρός αν και ήξευρεν από τον αυτόμολον ότι απ’ εκείνο το μέρος έμμελλε να γενή η έξοδος, υποπτευόμενος όμως, ότι επίτηδες εκοινολόγησαν ότι θέλουν εξέλθει από το ανατολικόν μέρος, δια να ελκύσουν εκεί την προσοχήν του και να έβγουν από το άλλο, δεν ετάραξε τας δυνάμεις του, αλλ’ επρόσεχον να μη προξενήσουν θόρυβον, κάποιος κρότος γενόμενος εις το στήσιμον των γεφυρίων και αι κραυγαί των γυναικοπαίδων, εν εξήρχοντο, έδωσαν υποψίαν εις τους εχθρούς, οι οποίοι άρχισαν συνεχή και ακατάπαυστον πυροβολισμόν δια των κανονίων και τουφεκίων, και από τα καστέλλια, και από τα χαρακώματα του ανατολικού μέρους, διευθυνόμενον κατά των οχυρωμάτων όλης εκείνης της πλευράς, όπου ήσαν τα γεφύρια. Οι ημέτεροι εν τοσούτο εξήρχοντο, χωρίς να τους εννοήσουν οι εχθροί, και συναζόμενοι σκυπτά εις το μεταξύ των δύο χανδακίων επίπεδον, εξαπλώνοντο όλοι κατά γης, δια να αποφύγουν το πυρ του εχθρού. Εκείνην την ώραν συνέβαινε το πλέον τραγικόν και θαυμαστόν εν ταυτώ θέαμα εις την πόλιν. Οι φίλοι, οι σύντροφοι και οι αδελφοί να αποχωρίζονται απ’ αλλήλων, και οι μεν να απέρχωνται εις νέους κινδύνους, δια να επιζήσουν και να εκδικήσουν το αίμα των συγγενών και φίλων, οι δε, καταπονημένοι από της ασθενείας ή από των πληγών, να περιμένωσι με ανηπομονησίαν ηρωικόν θάνατον. Πολλοί άνδρες δυνάμενοι να σωθούν, έμειναν με ευχαρίστησιν πλησίον των φίλων και συγγενών των, δια να πολεμήσωσι μέχρι τελευταίας στιγμής και να συναποθανώσι με αυτούς. Με τοιαύτην απόφασιν διεμοιράσθησαν εις τα δυνατότερα οσπίτια. Μέρος εξ αυτών, όλοι Μεσολογγίται, εκλείσθησαν εις τον πύργον του ανεμομύλου, και ενας γέρων πληγωμένος εκάθησεν εις τον υπόνομον ( μίναν), όστις ήτον ετοιμασμένος υπό το μεγάλον κανονοστάσιον, το ονομαζόμενον του Μπότζαρη, έτοιμος να δώση φωτιάν, καθώς έμβουν οι εχθροί, δια να τιναχθή μετ’ αυτών εις τον αέρα και πλήθος γυναικοπαίδων εμβήκαν εις την μεγάλην πυριτοθήκην, όπου ευρίσκοντο υπέρ τα 30 βαρέλια πυρίτιδος. Εις εκ των προκρίτων του Μεσολογγίου, ο Χρήστος Καψάλης, δυνάμενος να σωθή και παρακινούμενος και από τους συμπατριώτας του να φύγη τον κίνδυνον, δεν ηθέλησεν, αλλ’ επροσκαλούσε γυναίκας και παιδία ως εις πανήγυριν να κλεισθώσι εις την μεγάλην πυριτοθήκην, και αυταί έτρεχον με προθυμίαν, δια να ταφώσιν εις την στάκτην της πατρίδος των. Οι δε εξελθόντες από τα γεφύρια εκείτοντο ήδη μίαν ώραν πρηνείς κατά γης, περιμένοντες να πέσωσιν οι έξωθεν από τα οπίσθια του εχθρικού στρατοπέδου, και υποφέροντες τον ακατάπαυστον του εχθρού πυροβολισμόν, όστις κατ’ ευτυχίαν διευθύνετο ως επί το πλείστον υψηλότερα κατά των οχυρωμάτων, μ’όλον τούτο πολλοί εφονεύοντο. Τέλος πάντων, μη δυνάμενοι να υποφέρουν πλέον, εξαίφνης σηκωθέντες ανεβόησαν το «Εμπρός! Θάνατος εις τους βαρβάρους», και αμέσως ώρμησαν δια των δύο καστελλίων από τα οποία το εν, το προς την ξηράν, όπου ευρίσκοντο ως χίλιοι Άραβες, έμεινεν έρημον, και το άλλο έπαυσε να πυροβολή. Επορεύοντο δε όλοι εις εν σώμα, επειδή, βλέποντες ότι δεν φθάνει η έξωθεν βοήθεια, δεν εστοχάσθησαν συμφέρον να διαιρεθώσι, καθώς ήτον το σχέδιον πρότερον. Επειδή η ορμή έγινεν ούτως ξαφνική και απροσδόκητος, οι Μεσολογγίται, οίτινες εξήρχοντο οι τελευταίοι και από τους οποίους πολλοί ευρίσκοντο ακόμη μέσα εις την πόλιν, δεν ημπόρεσαν να πληροφορηθούν την αλήθειαν, αλλ’ οι περισσότεροι ενόμισαν ότι είχαν φθάσει και οι έξω και η ορμή εγίνετο συγχρόνως και από τα δύο μέρη. Εν τούτοις εξαίφνης ηκούσθη φωνή, διαδοθείσα δι’ όλου του πλήθους: « Οπίσω, οπίσω! Εις τους τόπους σας! Εις τα κανονοστάσια!» Μόλις ηκούσθη αυτή η φωνή, και όλοι οι Μεσολογγίται με τας γυναίκας επέστρεψαν, αλλ’ η φωνή ήτον ψευδής, οι εχθροί ήδη εμβήκαν ενδον των οχυρωμάτων και διεσκορπίσθησαν εις την πόλιν, ο πόλεμος άναψεν από τα οσπίτια, η υπόνομος του μεγάλου κανονοστασίου εξερράγη και ετίναζε τα σώματα των βαρβάρων εις τον αέρα, και πλήθος γυναικοπαίδων, τα οποία εκλείσθησαν εις την μεγάλην πυριτοθήκην, εκραύγαζον και επέσυρον υπερ τας δύο χιλιάδας εχθρών τριγύρω εις εκείνο το μέρος, οι οποίοι, νομίζοντες να εύρουν μέσα θησαυρούς, επεριτριγύρισαν το οσπίτιον, και άλλοι έπασχον να ανοίξουν την θύραν, άλλοι τα παράθυρα, και άλλοι ανέβησαν εις την στέγην. Τότε, βέβαια, ο Χρήστος Καψάλης, όστις ωδηγούσε το τρομερόν τούτο επιχείρημα, βλέπων αρκετόν πλήθος συναγμένον, έδωσε το πυρ, το οποίον ετίναξεν όλους σχεδόν εις τον αέρα, αναστάτωσε το έδαφος, και έκαμε να κατακλυσθή μία ενορία ολόκληρος από την θάλασσαν. Κατ’ αυτήν την στιγμήν είδαν μητέρα να ρίψη τα παιδία της εις το πηγάδιον και να κρημνισθή και αυτή, και πλήθος γυναικών και παιδίων να εμβαίνωσιν εις την λίμνην και να βυθίζονται εις το βαθύτερον μέρος αυτής.Γιάννης Λακούτσης
( συνεχίστε την ανάγνωση )

