Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2021

Βασίλης Γκάτσος: Τα παλιά μεγάλα δέντρα των παππούδων μας.

Θυμήθηκα με το κρύο τα αχλάδια που φύλαγε η γιαγιά μέσα στο άχυρο για το χειμώνα.

Είχαμε λοιπόν στο περιβόλι μας στα Ποτόκια, στο χέρσο χωράφι, 3 μεγάλες αχλαδιές. Με τα σημερινά καλλιεργητικά μέτρα θα τις λέγαμε τεράστιες. Δεν τις κλαδεύαμε, δεν τις ποτίζαμε, δεν τις ραντίζαμε, δεν τις λιπαίναμε. Θα ήταν πάνω από 100 χρονών κάθε δέντρο. Τα αχλάδια νοστιμότατα, καμιά σχέση με τα σημερινά ποτιστικά και εντατικής καλλιέργειας.



Η μια αχλαδιά ήταν κοντούλια. Τα βλέπουμε στη φωτογραφία. Γίνονταν τον Ιούλιο. Η αχλαδιά 'έσπαγε' από τ' αχλάδια, και τα κλαριά καμπύλωναν μέχρι το χώμα. Τα είχε ο παππούς για αυτοκατανάλωση. Έπιαναν σκουλήκι σε μεγάλο ποσοστό, μπορεί και το 80%. Θέλανε ένα ράντισμα στην ανθοφορία, αλλά δεν το κάναμε ποτέ. Καθαρίζαμε το μέρος το σκουλικιασμένο και τρώγαμε το υπόλοιπο. Πολλά πέφτανε κάτω, γι' αυτό δέναμε το γαϊδούρι κάθε τόσο να τα φάει.


Η δεύτερη αχλαδιά ήταν αυγουστιάτικα, που τα λέγαμε και κρυστάλλια. Έσπαγε και αυτή, αλλά είχε τα ίδια προβλήματα με το σκουλήκι. Τα  μάζευε πρώιμα η γιαγιά και τα έβαζε στο άχυρο για το χειμώνα.
Αυτές οι δύο αχλαδιές έδιναν πάνω από 200 κιλά αχλάδια. Τρώγαμε Ιούλιο - Αύγουστο, έτρωγε και το γαϊδούρι, έτρωγαν και οι χρυσόμυγες που τις λέγαμε βορβίλες.



Η τρίτη αχλαδιά ήταν περίεργο είδος. Είχε μικρότερα φύλλα και έβγαζε μικρούς καρπούς που μοιάζουν με αυτούς της φωτογραφίας. Γράφω μοιάζουν, γιατί δεν μπόρεσα να εντοπίσω αυτό το είδος στο διαδίκτυο. Το αχλάδι στην αρχή του ήταν πολύ σκληρό και η σάρκα του έμοιαζε πολύ με τα γκορίτσια της αγριοαχλαδιάς (γκοριτσιάς). Το χρώμα αρχικά βαθύ πράσινο, με τον καιρό γινόταν βαθύ κόκκινο, ενώ η σάρκα άρχιζε εσωτερικά να μαυρίζει. Στη πλήρη ωρίμανση είχε η φλούδα κοκινοκαφετί χρώμα και η σάρκα γινόταν κατάμαυρη, γι' αυτό και τα λέγαμε μαύρα αχλάδια. Δεν τα έπιανε το σκουλήκι. Ωρίμαζαν Σεπτέμβρη - Οκτώβρη και ήταν μικρά μεν, αλλά πολύ νόστιμα και ιδιαίτερα. Φαίνεται ότι ήταν κάποια πολύ παλιά ποικιλία. Και αυτό το δέντρο "κατέβαζε" πάνω από 80 κιλά αχλάδια.

Πού έβρισκαν τη δύναμη αυτά τα δέντρα; Γιατί τώρα μπολιάζουμε μια γκοριτσιά και η αχλαδιά που προκύπτει μένει σχεδόν μισόξερος νάνος;
Πιστεύω ότι παλιά που είχαμε πηγάδια λίγα, και σε μεγάλες αποστάσεις το ένα από το άλλο, το νερό της βροχής κρατούσε νωπό το χώμα ένα δύο μέτρα κάτω από την επιφάνεια ακόμη και το καλοκαίρι. Με τις εκατοντάδες γεωτρήσεις, όσο και να βρέξει, το νερό κατηφορίζει γρήγορα σε βαθύτερα στρώματα χώματος όπου δεν φτάνουν οι ρίζες των δέντρων. Έτσι πλέον τα μεγάλα ξερικά δέντρα έχασαν τη δύναμή τους. Γι' αυτό και κατά τη δεκαετία του 1970 αρχίσαμε να κλαδεύουμε τις τεράστιες ξερικές ελιές, να κόβουμε τις μεγάλες κλάρες, γιατί δεν έβρισκαν πια οι ρίζες νερό.

Άρα με τις γεωτρήσεις δεν κάναμε τα υπόγεια νερά λιγοστά και υφάλμυρα μόνο, αλλά καταστρέψαμε την ισορροπία του νερού στα πάνω 2-3 μέτρα εδάφους που είναι κρίσιμα για κάθε ξερικό δέντρο. Ο Ανάβαλος και τα φράγματα δεν θα δώσουν μόνο νερό στα ποτιστικά κτήματα, αλλά θα βοηθήσουν να επανέλθει η ισορροπία νερού στο έδαφος, ώστε να πάρουν τα πάνω τους και οι ξερικές καλλιέργειες.

Και κάτι ακόμα: Έχουμε τοπικές ποικιλίες πολλών καρποφόρων δέντρων. Μία εξ αυτών, τα σταφύλια τραγάνες, ο κ. Κοντοβράκης στο Κρανίδι τα ανέδειξε και έφτιαξε το γνωστό κρασί. Μήπως πρέπει να ερευνήσουμε και να εντοπίσουμε αυτές τις ποικιλίες που σήμερα μπορεί να είναι ένα δέντρο κάπου σε μια άκρη ξεχασμένο χρόνια και να τις επαναφέρουμε στις καλλιέργειές μας με τον ερχομό Ανάβαλου και φραγμάτων; Γιατί η γη μας και το κλίμα μας είναι εξαιρετικά και γίνονται όλα. Όχι μόνο τα αχλάδια που προανέφερα, αλλά και κάθε φρούτο, όπως τα ροδάκινα. Αρχές 20ου αιώνα στην Ερμιόνη έτρωγαν ροδάκινα πεντανόστιμα Διδύμων.

Βασίλης Γκάτσος