Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2019

Η ΠΑΙΡΑΤΕΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ Εικοστό μέρος











         Η ΠΑΙΡΑΤΕΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ (Εικοστό μέρος)


Δημήτρης Τουτουντζής

Το Μαλαϊκό Αρχιπέλαγος  

Οι πειρατές που λυμαίνονταν τη μεγάλη αυτήν ομάδα νησιών, που απλώνεται ανάμεσα στην Κίνα και την Αυστραλία, ανήκαν σε δύο φυλές, τους Μαλαίσιους και τους Νταϋάκ. Οι Μαλαίσιοι ή Μαλαίοι, όταν εισβάλανε στη Βόρνεο και στα γειτονικά νησιά για να εγκατασταθούν, είχαν κιόλας ολοκληρωμένη πείρα στην πειρατεία, ο ιθαγενής πληθυσμός των Νταϋάκ όμως δεν έκανε παρά μόνο κυνήγι κεφαλών. Αυτό το κυνήγι είναι μια δική τους συνήθεια. Όλοι οι ικανοί αρσενικοί Νταϋάκ έκαναν συλλογή από τα ανθρώπινα κεφάλια με την ίδια δραστηριότητα που δείχνουν ορισμένοι σήμερα να συγκεντρώνουν γραμματόσημα ή άλλα συλλεκτικά είδη, και ο καθένας προσπαθούσε να ξεπεράσει τους γείτονές του στον αριθμό και στην ποικιλία των δειγμάτων του. Τα πλεονεκτήματα όμως της μεγάλης πειρατείας έγιναν αμέσως κατανοητά από τους Νταϋάκ, αφού πρόσθετε στα κέρδη τους και τη δυνατότητα της συλλογής μεγαλύτερου αριθμούν κεφαλών.
    Μ’ όλο που το μεγαλύτερο μέρος των πειρατών έδρευε στη Βόρνεο, αρκετοί από αυτούς ήταν σκορπισμένοι στα νησιά Σουλού, που απλώνονταν ανάμεσα στη βόρεια Βόρνεο, στις Φιλιππίνες και στο στενό της Μαλάκας. Η ανάγνωση του ημερολογίου του Νταμπιέρ μας αποδεικνύει πως η πειρατεία αναπτύχθηκε αργότερα σ’ αυτές τις φυλές, αφού δεν αναφέρει τίποτε γι’ αυτούς, όταν περιγράφει τους έξη μήνες που πέρασε ανάμεσα στη φυλή Ιλλανούν των νησιών Σουλού το 1687. Ο
Νταμπιέρ παρουσιάζει αυτούς τους ιθαγενείς σαν εξαιρετικά ειρηνική φυλή. Ωστόσο εκατό χρόνια αργότερα αυτοί οι ίδιοι Ιλλανούν ήταν οι πιο αιμοβόροι ολόκληρου του αρχιπελάγους. Οι μοναδικοί που τους συναγωνίζονταν σε αγριότητα ήταν οι Μπαλανίνι, που κατοικούσαν και αυτοί σε μερικά από τα νησιά Σουλού. Οι δύο αυτές φυλές ήταν μωαμεθανικές και δε φοβόνταν να επιτεθούν στα ευρωπαϊκά καράβια. Είχαν σαν πολιτική να μην αφήνουν ζωντανό ούτε ένα λευκό, και αυτό, όπως πιστεύεται, εξαιτίας της κακομεταχείρισης που τους είχαν κάνει οι Ισπανοί.
    Αυτές οι φυλές ταξιδεύανε με καράβια γνωστά με το όνομα «πράχου».Κινούνταν με μια διπλή σειρά κουπιών, που τα τραβούσαν καμιά εκατοστή ή και περισσότεροι σκλάβοι. Στην πρύμνη και στην πλώρη τους βρίσκονταν μακριά μπρούντζινα κανόνια και στα πλάγια περιστρεφόμενα κανόνια. Σ’ όλο το μάκρος του καραβιού, πάνω από τους κωπηλάτες, περνούσε μια εξέδρα όπου στέκονταν οι μαχητές στις συγκρούσεις. Αυτοί οι
πολεμιστές φορούσαν κόκκινους χιτώνες, αλυσιδωτούς θώρακες και καπέλα με φτερά. Εκτός από τα πυροβόλα όπλα, κρατούσαν ένα μακρύ ρόπαλο και φορούσαν ένα βαρύ ξίφος για δύο χέρια, καθώς και ένα εγχειρίδιο. Ένας στόλος περιλάμβανε συχνά πάνω από εκατό πολεμικά πράχου κάτω από τη διοίκηση ενός μόνου αρχηγού.
    Τα λάφυρα που αναζητούσαν περισσότερο από όλα, ήταν οι αιχμάλωτοι, γιατί μπορούσαν να τους προμηθευτούν και να τους πουλήσουν πιο εύκολα. Οι Παπούες της Νέας Γουινέας με τα κατσαρά μαλλιά θεωρούνταν φυλή μεγάλης αξίας και πολλοί από αυτούς, ιδιαίτερα γυναίκες και παιδιά, αιχμαλωτίζονταν συχνά. Υπήρχαν μερικές διαλεχτές αγορές για τους διαφόρων ειδών σκλάβους. Τους Παπούες προτιμούσε ο Ραγιάς του Ασίν, ενώ οι αιχμάλωτοι της νότιας Βόρνεο πουλιόνταν στο Μπρούνεϊ. Η βασική αγορά σκλάβων ήταν το νησί Σαραγκάνι, στα νότια του Μιντανάο. Όλες οι όμορφες κοπέλες, χωρίς διάκριση φυλής, προορίζονταν για την αγορά της Μπατάβιας, όπου τις αγόραζαν οι Κινέζοι άποικοι, γιατί οι νόμοι της χώρας τους, τους απαγόρευαν να παίρνουν Κινέζες έξω από την Κίνα.
    Ο πρώτος φημισμένος πρίγκιπας πειρατής της Βόρνεο ήταν κάποιος Ράγκα, που για δεκαεφτά χρόνια κυριαρχούσε στο στενό του Μακασσάρ, ανάμεσα στη Βόρνεο και στην Κελέβη, και ήταν γνωστός σ’ όλο το αρχιπέλαγος με το όνομα «Πρίγκιπας των Πειρατών». Διακρινόταν για την πονηριά, την εξυπνάδα και τη σκληρότητά του, την έκταση και την τόλμη των επιχειρήσεών του και την περιφρόνησή του για την ανθρώπινη ζωή. Η οργάνωσή του ήταν πολύ απλωμένη και είχε παντού κατασκόπους.
    Το 1813 ο Ράγκα άρχισε επιχειρήσεις σε μεγάλη έκταση. Εκείνο το χρόνο αιχμαλώτισε τρία αγγλικά καράβια και αποκεφάλισε ο ίδιος τους τρεις πλοιάρχους. Η Αγγλία έστειλε δύο πολεμικά μπρίκια να τον κυνηγήσουν, που τα βοήθησαν αρκετά και οι Ολλανδοί, γιατί ο Ράγκα είχε πραγματοποιήσει σημαντικές επιθέσεις εναντίον των εγκαταστάσεών τους στην Μπατάβια.
    Αυτή η εκστρατεία δεν ακολούθησε το πρόγραμμα, όπως είχε προβλεφθεί. Για ορισμένο χρονικό διάστημα, οι κυνηγοί έγιναν κυνήγι. Κάποιο ανταριασμένο πρωινό, κατά τις τρεις τα χαράματα, ενώ έβρεχε λες και είχαν ανοίξει οι καταρράκτες του ουρανού, ο καπετάνιος ενός πράχου διέκρινε ένα από τα βρετανικά μπρίκια, το «Έλκ». Παίρνοντάς το για εμπορικό καράβι, αποφάσισε αμέσως να το αιχμαλωτίσει. Όταν βρεθήκανε κάπου διακόσιες γιάρδες από το «Έλκ», οι πειρατές έριξαν μια μπαταριά, έβγαλαν δυνατές κραυγές και τράβηξαν με δύναμη τα μακριά κουπιά τους για να πλησιάσουν γρήγορα τη λεία τους. Ήταν όμως πολύ αργά, όταν καταλάβανε το λάθος τους. Ένα ταμπούρλο χτυπούσε δίνοντας το σύνθημα του συναγερμού, οι μπουκαπόρτες των κανονιών ανοίξανε και οι πειρατές φιλοδωρήθηκαν με μια μπαταριά. Μερικές πρόσθετες μπαταριές στάθηκαν αρκετές για να βυθίσουν το πράχου. Όλο το πλήρωμά του πνίγηκε, εκτός από πέντε άντρες. Αυτοί οι λίγοι που γλύτωσαν περιμαζεύτηκαν από ένα πλεούμενο των ιθαγενών, αφού θαλασσοπνίγηκαν τέσσερις μέρες κρατημένοι από μερικά ξύλα. Έτσι πήρε το μαντάτο της καταστροφής ο Ράγκα.
    Στην οργή του, ο αρχηγός των πειρατών ορκίστηκε να καταστρέψει κάθε Ευρωπαίο, που θα έπεφτε στα χέρια του. Κράτησε το λόγο του κατά γράμμα. Τα επόμενα χρόνια, ως την καταστροφή του, αιχμαλώτισε πάνω από σαράντα ευρωπαϊκά καράβια και έσφαξε τα πληρώματά τους ως τον τελευταίο ναύτη, κρατώντας τον καπετάνιο για να τον σκοτώσει με τα χέρια του. Έτσι έκανε αισθητή τη δύναμή του σε όλα τα διακόσια μίλια των ακτών της Κελέβης, έχοντας πάντα πενήντα με εκατό πράχου έτοιμα να ορμήσουν από τους κολπίσκους ή τα λιμάνια, που βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές του. Στις κορυφές των
γύρω βουνών ήταν τοποθετημένοι βιγλάτορες, που ειδοποιούσαν όταν φαίνονταν καράβια, την ημέρα με άσπρες παντιέρες και τη νύχτα με φωτιές.
    Ένας παράτολμος ταξιδιώτης είχε την τόλμη, το 1830, να επισκεφθεί το Ράγκα στο αρχηγείο του, στις εκβολές του ποταμού Περγκοττάν. Δεν μπόρεσε να δει όσα ήθελε, πήρε όμως την άδεια να διατρέξει το παζάρι, όπου ο Ράγκα πουλούσε το πλιάτσικο που άρπαζε από τα καράβια των Ευρωπαίων και των ιθαγενών. Ανάμεσα στα διάφορα απίθανα πράγματα που ήταν απλωμένα για πούλημα, ο κ. Ντάλτον παρατήρησε τέσσερις Βίβλους στα αγγλικά, στα ολλανδικά και στα πορτογαλικά, πολλά είδη ρουχισμού από την Ευρώπη, σακάκια, παντελόνια, πουκάμισα, σπασμένους αστρολάβους, κανοκιάλια και κιάλια, καθώς και κομμάτια από πανιά, σίδερα καραβιών και μια μεγάλη ποικιλία από εργαλεία και υλικά μαραγκών και κανονιέρηδων.
    Αυτός ο περίεργος επισκέπτης είδε ακόμα πολλά ζευγάρια γυναικείες κάλτσες, που μερικές είχαν τα αρχικά «S.W.» και δύο κόκκινα φανελένια μεσοφόρια, που δεν προορίζονταν βέβαια για να φορεθούν στην περιοχή των τροπικών. Όταν ο κ. Ντάλτον ζήτησε να μάθει σε ποιόν ανήκαν αυτά τα ρούχα, του έδωσαν να καταλάβει πως θα έκανε καλύτερα να κοιτάζει τη δουλειά του. Μια μέρα, καθώς έστριβε ξαφνικά στη γωνιά του φράχτη των χτημάτων του Ραγιά, συνάντησε μια Ευρωπαία, που βλέποντάς τον έστριψε αλλού το κεφάλι και βιάστηκε να μπει σε ένα σπίτι, εκδηλώνοντας έτσι την επιθυμία να μη γίνει αντιληπτή.
    Ο Ράγκα έλαβε τον άλλο χρόνο την τιμωρία που του χρειαζόταν από τα χέρια της αμερικανικής κυβέρνησης. Το μπρίκι του Σαλέμ «Φρέντσιπ» ήταν αγκυροβολημένο στο Κουάλα Μπατού, στη δυτική ακτή της Σουμάτρας, το Σεπτέμβριο του 1831, και φόρτωνε πιπέρι, χωρίς να έχει οργανώσει επαγρύπνηση. Οι ιθαγενείς, που φαίνονταν ήσυχοι άνθρωποι, ανέβαιναν πολλοί στο καράβι, όταν ξαφνικά έγινε μια αναταραχή και το άοπλο πλήρωμα σφάχτηκε, εκτός από καμιά δεκαριά άντρες. Ανάμεσα σ’ αυτούς που γλύτωσαν ήταν και ο καπετάνιος Έντικοτ, που ξέφυγε με μια βάρκα.
    Όταν το μαντάτο αυτής της προσβολής έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες, η κυβέρνηση έστειλε αμέσως το ναύαρχο Ντάουνς με τη φρεγάτα «Ποτομάκ», για να τιμωρήσει τους φονιάδες.
    Φτάνοντας στο Κουάλα Μπατού, το πολεμικό καράβι, μεταμφιεσμένο σε εμπορικό, έριξε άγκυρα στο εξωτερικό λιμάνι. Όλες οι βάρκες που το πλησιάσανε, κρατήθηκαν και έτσι ο πραγματικός του χαρακτήρας δεν αποκαλύφθηκε σε όσους βρίσκονταν στην ξηρά. Οι ιθαγενείς φυλακίστηκαν στο αμπάρι, πιστεύοντας πως θα τους σκοτώσουν.
    Το ίδιο βράδυ, τριακόσιοι άντρες με αρχηγό τον παλιό υποπλοίαρχο του»Φρέντσιπ» ξεμπαρκάρανε δυτικά από την πόλη, για να αιφνιδιάσουν τα φρούρια. Τα χαράματα, το αποβατικό απόσπασμα κατέλαβε τα φρούρια με γιουρούσι, ύστερα από αρκετά σκληρό αγώνα, και ύστερα έβαλε φωτιά στην πόλη, που έγινε στάχτη. Οι ιθαγενείς, μαζί και οι γυναίκες πολεμήσανε με το θάρρος της απελπισίας. Πολλοί από αυτούς αρνηθήκανε να παραδοθούν και αναγκάστηκαν να τους σκοτώσουν με ντουφεκιές ή με σπαθιές.
    Όταν ο Τζέιμς Μπρούκ έγινε ραγιάς του Σαραουάκ, το 1842, πίστευε πως δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να βάλει τάξη στη Βόρνεο, όσο σιγόκαιγε η πειρατεία. Η πρώτη δουλειά λοιπόν που έβαλε μπροστά ήταν να καταστρέψει όλα τα βλαβερά στοιχεία που έκαναν αδύνατη κάθε τίμια απασχόληση, ακόμα και τη γεωργία. Τα λημέρια των δύο κυριότερων πειρατικών φυλών βρίσκονταν στις αμμώδεις ακτές των ποταμών Σαρέμπας και Σακαρράν. Ο Μπρούκ καταπιάστηκε πρώτα με τους πειρατές του Σαρέμπας, που ήταν όμορφοι και καλά οπλισμένοι άντρες και αποτελούνταν από πολλές χιλιάδες
Μαλαίους και Νταϋάκ. Το 1843, συνοδευόμενος από τον πλοίαρχο Χένρυ Κέππελ, που κυβερνούσε το πολεμικό πλοίο «Διδώ», και ακολουθούμενος από μια συνδυασμένη μοίρα ευρωπαϊκών και μαλαισιακών καραβιών, ανέπλευσε το ποτάμι, χτυπώντας και καταστρέφοντας όλες τις εγκαταστάσεις και όλα τα οχυρά των πειρατών. Ο αρχιφύλαρχος των Σαρέμπας πρόβαλε μανιασμένη αντίσταση και προκάλεσε μερικές ζημιές στα αγγλικά πληρώματα, οι τοπικοί όμως φύλαρχοι παραδόθηκαν και υποσχέθηκαν με πολλούς όρκους πως θα διορθωθούν.
    Ένα χρόνο αργότερα ο πλοίαρχος Κέππελ ανακλήθηκε από την Κίνα, ύστερα από επείγουσα αίτηση του Ραγιά Μπρούκ και έλαβε διαταγή να πάρει μέρος σε μια εκστρατεία εναντίον των Σακαρράν, που είχαν αρχίσει πόλεμο. Οι Σακαρράν ήταν πιο τρομεροί από τους Σαρέμπας. Ο πολεμικός τους στόλος αποτελούνταν από εκατόν πενήντα πράχου και ο αρχηγός τους, ο Σερίφ Σαχίμπ, ήταν φημισμένος τόσο για την αξία  όσο και για τις ωμότητές του.
    Στις 5 Αυγούστου του 1844 ο εκδικητής στόλος σάλπαρε από το Σαραουάκ μέσα από κανονιές και ζητωκραυγές των ιθαγενών, που είχαν πλημμυρήσει τις δύο όχθες. Η ομάδα αποτελούνταν από ένα παράξενο μάζεμα καραβιών. Στην τιμητική θέση βρισκόταν το οπλισμένο ατμόπλοιο με ρόδες «Φλεγέθων», ακολουθούμενο από το «Διδώ», που συνοδευόταν από τις βάρκες του με ναύτες του αγγλικού πολεμικού ναυτικού, ενώ η οπισθοφυλακή αποτελούνταν από μια σημαντική συγκέντρωση σαμπάν και πράχου, γεμάτα από έξαλλους και ωρυόμενους Σαραουάκ, που γι’ αυτούς η προοπτική πλιάτσικου και η πιθανότητα να προμηθευτούν κεφάλια ήταν ακαταμάχητη.
    Την άλλη μέρα ο στόλος ανάπλευσε τον ποταμό Μπατάγκ Λουπάρ με την παλίρροια και έριξε άγκυρα μπροστά στην πόλη Πατουσέν, το οργανωμένο οχυρό των Σακαρράν. Το οχυρό έπεσε σχεδόν αμέσως και η πόλη, αρκετά μεγάλη, λεηλατήθηκε συθέμελα και ύστερα κάηκε. Ο στόλος συνέχισε τότε να αναπλέει τον ποταμό και έκανε το ίδιο σε μια άλλη πιο μικρή πόλη, έδρα του πειρατή ραγιά Σερίφ Σαχίμπ.
    Μέσα σ’ αυτές τις λίγες ώρες, είχαν καεί ως τα θεμέλια οι κατοικίες πέντε χιλιάδων πειρατών. Είχαν καταστραφεί τέσσερα ισχυρά φρούρια και πολλές εκατοσταριές καράβια. Είχαν κυριευθεί πάνω από εξήντα μπρούτζινα κανόνια, καθώς και μια μεγάλη ποσότητα από όπλα και πολεμοφόδια και ο δυνατός Σερίφ Σαχίμπ, ο μεγάλος αρχηγός των πειρατών σ’ αυτά τα είκοσι τελευταία χρόνια, ήταν πια κατεστραμμένος χωρίς ελπίδα και υποχρεωμένος να κρύβεται στη ζούγκλα.
    Όσο ένα ρωμαλέο χέρι βάραινε σ’ αυτές τις απείθαρχες φυλές, οι ευκαιρίες για παράπονα ήταν σπάνιες, το 1848 όμως ο Ραγιάς Μπρούκ βρισκόταν στην Αγγλία και ξανάρχισε το όργιο των φόνων και των λεηλασιών. Στην 1η  Μαΐου του 1849 ένας πανίσχυρος στόλος από εξήντα ως εκατό πράχου των Σαρέμπας ανάπλευσε τον ποταμό Σαντόγκ κάτω από την ηγεσία ενός φημισμένου αρχηγού, του Κακσιμανά του Πακού, χτυπώντας όλα τα ξεμοναχιασμένα αγροκτήματα που συναντούσε. Είχε αρχίσει ο θερισμός και οι χωρικοί ήταν σκορπισμένοι, έχοντας αφήσει τα δυστυχισμένα γυναικόπαιδά τους, που στάθηκαν εύκολη λεία για τους εισβολείς.
    Η μεγάλη θρασυδειλία των αγρίων αυτών αποδεικνύεται από τη συμπεριφορά τους κάθε φορά που συναντούσαν την παραμικρή αντίσταση. Σ’ ένα αγρόκτημα, όπου το προσωπικό μόλις είχε πιάσει δουλειά, όταν τα πράχου εμφανιστήκανε από μια στροφή του ποταμού, ο ιδιοκτήτης και είκοσι εφτά από τους άντρες του προλάβανε να φτάσουν στο σπίτι έγκαιρα. Αποσύροντας πίσω τους τις σκάλες ( όλα τα σπίτια στη Μαλαισία είναι χτισμένα πάνω σε πασσάλους) σκοτώσανε τους τρεις πρώτους πειρατές που
ξεμπαρκάρανε και τότε οι υπόλοιποι το έβαλαν στα πόδια.
    Η πονηριά τους ήταν ανώτερη από το κουράγιο τους και προτιμούσαν να κάνουν επίθεση στις γυναίκες κάθε φορά που ήταν δυνατό. Έτσι στην εκστρατεία που αναφέρουμε, μερικοί πειρατές έμειναν πίσω, αφού το κύριο σώμα είχε εγκαταλείψει το ποτάμι, και φορώντας τα ρούχα των θυμάτων τους, με το πλατύγυρο καπέλο των εργατών, κατέβηκαν το ποτάμι σε μικρές βάρκες που είχαν βρει στις όχθες. Σε όλα τα μέρη που λογαριάζανε πως ήταν κρυμμένες γυναίκες, τις φώναζαν στη διάλεκτό τους καλώντας τις να βγουν για να τις πάνε σε σίγουρο μέρος. Σε πολλές περιπτώσεις έπεισε το στρατήγημα και οι γυναίκες, τρομαγμένες, κατεβήκανε στις βάρκες, με τα παιδιά στα χέρια. Οι πειρατές τότε τους έκοψαν το κεφάλι.
    Ανάμεσα σ’ αυτούς τους Σαρέμπας βρισκόταν ένας άγριος γεροπαλιάνθρωπος, ο Ντούγκ Ντογκ, Μαλαίσιος την καταγωγή, που είχε υιοθετήσει το ντύσιμο των Νταϋάκ και τη συνήθειά τους να κυνηγούν κεφάλια. Ενώ το πλήρωμά του ήταν απασχολημένο με τη λεηλασία ενός αγροκτήματος, τον Ντούγκ Ντογκ τον τράβηξε το θέαμα μια κοπέλας, που προσπαθούσε να ξεφύγει στη ζούγκλα. Ο Ντούγκ Ντογκ άρχισε να την κυνηγάει, καθώς όμως το βαρύ ακόντιό του με τη σιδερένια αιχμή τον ενοχλούσε, το κάρφωσε στη γη, με σκοπό να το πάρει στο γυρισμό. Ο πειρατής έφτασε γρήγορα την κοπέλα σ’ έναν ορυζώνα και την έπιασε. Γύρισε τότε κρατώντας την στα χέρια, παρά τις φωνές της, στο μέρος όπου είχε αφήσει το ακόντιό του, αυτό όμως είχε εξαφανιστεί. Όρμησε με την αιχμάλωτό του προς τη βάρκα, φτάνοντας όμως σε μια στροφή του δρόμου, τρυπήθηκε πέρα για πέρα με το ίδιο το ακόντιό του, που το κρατούσε ο πατέρας του θύματός του.
    Όταν γύρισε ο Μπρούκ έσπευσε να συγκεντρώσει ένα στόλο, που ήταν έτοιμος στις 24 Ιουλίου 1849. Αυτή η δύναμη περιλάμβανε ένα μπρίκι, το πολεμικό «Ρόγιαλιστ», το ατμόπλοιο «Νέμεση» της Εταιρίας των Ανατολικών Ινδιών και τη φαλαινίδα, την άκατο και τη βάρκα του πολεμικού «Άλμπατρος». Ακόμα έβλεπε κανείς πολλές βάρκες και ένα ατμόπλοιο ανεφοδιασμού, το «Ρανή», καθώς και τρεις από τις λέμβους του «Νέμεσης». Ο ίδιος ο Ραγιάς του Σαραουάκ ήρθε με το μεγαλύτερο από τα μαλαισιανά πράχου του, το «Σιγκ Ραγιά» ή «Λιοντάρι Βασιλιάς», που είχε πλήρωμα εβδομήντα μαχητές και κωπηλάτες. Δεκαεφτά άλλα μικρότερα πράχου συμπληρώνανε το στόλο. Σ’ αυτόν προστεθήκανε πολλοί τοπικοί αρχηγοί με την ακολουθία τους, έτσι που το σύνολο της δύναμης των ιθαγενών έφτανε σε εβδομήντα πολεμικά πράχου με τρεις χιλιάδες πεντακόσιους άντρες. Το ατμόπλοιο «Νέμεση» ρυμούλκησε όλα τα ευρωπαϊκά πλεούμενα ως τις εκβολές του ποταμού Μπατάγκ, ενώ τα καράβια των ιθαγενών πήγαν εκεί μόνα τους.
    Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έδωσε ένας αιχμάλωτος, ένας σημαντικός στόλος των Σαρέμπας είχε ανοιχτεί στη θάλασσα μερικές ώρες πριν φτάσει η δύναμη του Ραγιά Μπρουκ. Αμέσως καταστρώθηκε ένα σχέδιο για να αιφνιδιασθεί ο εχθρός στο γυρισμό του.
    Για τρεις μέρες η δύναμη του Σαραουάκ περίμενε το θύμα της. Στο μεταξύ μαθαίνανε καινούργιες λεπτομέρειες για τον εχθρό και έτσι ήξεραν πως ο στόλος του αποτελούνταν από εκατόν πενήντα πράχου, όλα οπλισμένα με μουσκέτα, ενώ μερικά μόνο είχαν και μπρούντζινα κανόνια. Πολύ λίγα από αυτά τα πράχου είχαν κάτω από τριάντα πολεμιστές, μερικά όμως διέθεταν ως εβδομήντα. Εξακολουθούσαν να φτάνουν ειδήσεις από κατασκόπους, που πληροφορούσαν πως ο εχθρός έκανε επιδρομές για πλιάτσικο, αναπλέοντας τα ποτάμια στις βόρειες περιοχές. Ανάμεσα στις πρέζες βρίσκονταν δύο εμπορικά καράβια από τη Σιγκαπούρη, που οι πειρατές τα αιχμαλώτισαν και τα έκαψαν.
    Έπειτα έφτασε το μαντάτο πως οι πειρατές έμαθαν πως είχε βγει για να τους κυνηγήσει ο Λευκός Ραγιάς και πως γυρίζανε βιαστικά στα λημέρια τους, αγνοώντας πως τους περίμενε κιόλας εκεί. Κατά το βράδυ, στις 31 Ιουλίου, ένα ανιχνευτικό καράβι έφτασε με την ευπρόσδεκτη, ύστερα από τρεις μέρες αναμονής, είδηση πως ερχόταν ο στόλος των Σαρέμπας, χωρισμένος σε δύο τμήματα. Μια ώρα αργότερα, μια φωτοβολίδα ανήγγειλε πως ο εχθρός πλησίαζε. Ακουγόταν κιόλας το χτύπημα των κουπιών τους, μ’ όλο που μέσα στο σκοτάδι ήταν αδύνατο να διακρίνει κανείς τα πράχου.
    Ξάφνου το επικεφαλής πράχου διέκρινε το ατμόπλοιο και οι πειρατές, βλέποντας τον κίνδυνο, έβαλαν να χτυπήσει ένα γκογκ για να συγκαλέσουν ένα συμβούλιο αρχηγών. Ο ήχος του γκογκ προκάλεσε απόλυτη σιωπή και δεν ακουγόταν πια ο παραμικρός θόρυβος μέσα στη μαύρη σαν πίσσα τροπική νύχτα. Ύστερα ξέσπασε ξαφνικά ένα προκλητικό ουρλιαχτό, με σκοπό να αναγγείλει σε όλους, φίλους και εχθρούς, πως οι αρχηγοί είχαν πάρει απόφαση να πολεμήσουν.
    Ήταν όμως πολύ αργά. Ο Ραγιάς Μπρουκ και ο διοικητής της αγγλικής ναυτικής δύναμης, ο πλοίαρχος Φάρκουαρ είχαν στριμώξει τον εχθρό σε ένα καλοστημένο δίχτυ. Ο στόλος τους, με τις βάρκες των καραβιών και τα μαλαισιανά πράχου, είχε σχηματίσει ένα πλατύ ημικύκλιο, που οι άκρες του απείχαν οχτώ μίλια. Πίσω από το κέντρο αυτού του ημικυκλίου βρισκόταν η εκβολή του ποταμού Σαρέμπας, όπου κατευθυνόταν ο εχθρός.
    Ξαφνικά ακούστηκε ένα κροτάλισμα μουσκέτων, όταν τα πράχου των πειρατών, που χρησίμευαν σαν οδηγοί, ήρθαν σε επαφή με τις βάρκες των πολεμικών. Οι πειρατές όμως ήταν τόσο τρομοκρατημένοι, ώστε η βολή τους ήταν ακατάστατη. Ογδόντα από τα καράβια τους έπεσαν πολύ σύντομα έξω, ενώ τα υπόλοιπα καταφέρανε να ξεφύγουν στην ανοιχτή θάλασσα. Δεκαεφτά από τα μεγαλύτερα πράχου δοκιμάσανε να περάσουν δίπλα στο ατμόπλοιο, καταστράφηκαν όμως όλα.
    Η σύγχυση που προκαλούνταν από τις εκρήξεις των πυροβόλων όπλων, από τις φλόγες των κανονιών, από τα γαλάζια φανάρια, που έφερναν οι βάρκες των πολεμικών καραβιών για να διακρίνονται από τον εχθρό, από τις λάμψεις των φωτοβολίδων που διασχίζανε τον αέρα, από τα προκλητικά ουρλιαχτά και από τις δύο πλευρές, γινόταν ακόμα μεγαλύτερη από το σκοτάδι και τη μεγάλη έκταση των επιχειρήσεων, γιατί οι αντίπαλοι βρεθήκανε σκορπισμένοι για λίγο σε έκταση τουλάχιστο δέκα μιλίων.
    Όταν τελικά ξημέρωσε, η ολοκληρωτική καταστροφή που έπαθαν οι πειρατές ήταν ολοφάνερη. Στην όχθη βρίσκονταν κάπου εξήντα εγκαταλειμμένα πράχου καθώς και τα ναυάγια του σημαντικού στόλου των πειρατών , ενώ τα πλεούμενα που ήταν μισοβουλιαγμένα σπρώχνονταν εδώ και κει από την παλίρροια. Ογδόντα άλλα πράχου αιχμαλωτίσθηκαν σύντομα, και μερικά από αυτά έφταναν σε μάκρος είκοσι ως είκοσι πέντε μέτρα.
    Δεν έγινε ποτέ γνωστό το σύνολο των απωλειών των πειρατών, λογαριάστηκε όμως πως συνολικά πάνω από οχτακόσιοι σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν εκείνη τη νύχτα. Πιάστηκαν μόνο λίγοι αιχμάλωτοι, αυτό όμως δεν ήταν λάθος των νικητών. Οι κυνηγοί κεφαλών δεν καταλαβαίνανε από συμπόνια. Όταν ρίχνονταν στη θάλασσα, έπεφταν με το σπαθί στο ένα χέρι και την ασπίδα στο άλλο και κάθε προσπάθεια να τους σώσει κανείς από το πνίξιμο, συναντούσε ένοπλη αντίσταση, πράγμα που προκάλεσε τις περισσότερες απώλειες που έπαθαν οι πειρατές.
    Αν οι νικητές είχαν αρκεσθεί στην επιτυχία τους, ασφαλώς οι πειρατές δε θα αργούσαν να συνέλθουν και να επαναλάβουν την κακοποιό δράση τους, όπως πριν. Αυτή τη φορά όμως ο Μπρουκ είχε σκοπό να εξοντώσει οριστικά την πειρατεία από το βασίλειό του.
Αφού πέρασε δυο μέρες πιάνοντας αιχμαλώτους στη ζούγκλα και καταστρέφοντας όσα από τα πιασμένα πράχου δεν του ήταν χρήσιμα, η εκστρατεία ανάπλευσε το ποτάμι Σαρέμπας στις 2 Αυγούστου. Το μικρό ατμόπλοιο «Ρανή», με την υποστήριξη των λέμβων του πολεμικού καραβιού, προχωρούσε μπροστά και πίσω του έρχονταν πολλά καράβια των ιθαγενών. Τα πληρώματα αυτών των τελευταίων είχαν τόση όρεξη για πλιάτσικο, ώστε με μύριους κόπους τα κρατήσανε πίσω. Κάθε ένα ή δύο μίλια η ανάπλευση εμποδιζόταν από δέντρα ριγμένα πρόσφατα πάνω από το ποτάμι και δεμένα με κλαδιά και που έπρεπε να τα παραμερίσουν για να μπορέσει να περάσει ο στόλος. Όλοι οι ιθαγενείς που αντιστέκονταν, σκοτώνονταν και τα σπίτια εκείνων που έφευγαν, καίγονταν. Στα περισσότερα από αυτά τα σπίτια βρίσκανε τρόπαια από ανθρώπινα κεφάλια, πολλά από αυτά κομμένα πρόσφατα.
    Η ανάπλευση του ποταμού πήρε σύντομα τη μορφή θριαμβευτικής πομπής, γιατί από τη ζούγκλα, που απλωνόταν στις δύο όχθες, οι τοπικοί ραγιάδες και οι αρχηγοί των διαφόρων πόλεων και χωριών, κατέβαιναν το ποτάμι, για να προσφέρουν την υποταγή τους στο Ραγιά Μπρουκ και να τον βεβαιώσουν με εντυπωσιακές εκδηλώσεις για τους καλούς σκοπούς τους στο μέλλον.
    Στις 19 Αυγούστου ο στόλος είχε γυρίσει στις εκβολές του ποταμού και πήγε για μιαν επίσκεψη στους Νταϋάκ Κανοουίτ, που ήταν οι μεγάλοι κλεπταποδόχοι του πλιάτσικου. Αυτοί οι πλούσιοι έμποροι κλοπιμαίων ζούσαν σε δύο τεράστια σπίτια φτιαγμένα πάνω σε πασσάλους ύψους 12 μέτρων, που έφταναν για να δώσουν άσυλο σε χίλιους πεντακόσιους άντρες καθώς και σε μεγάλη ποσότητα εμπορευμάτων.
    Για να τιμωρηθούν για τα εγκλήματά τους, οι Νταϋάκ Κανοουίτ υποχρεώθηκαν να παραδώσουν σαν πρόστιμο μπρούντζινα κανόνια και κουπιά. Αυτά τα πρόστιμα πουλήθηκαν ύστερα σε δημόσιο πλειστηριασμό στο Σαραουάκ από το Ραγιά Μπρουκ και οι εισπράξεις δόθηκαν σε εκείνους που είχαν πιάσει αιχμαλώτους χωρίς να τους πληγώσουν. Αυτή η πράξη του Ραγιά είχε σκοπό να ενθαρρύνει πιο ανθρώπινες μεθόδους πολέμου ανάμεσα στα άγρια στρατεύματά του και ιδιαίτερα να καταργήσει το κυνήγι των κεφαλών.
    Στα 24 Αυγούστου 1849 οι νικητές γυρίσανε στο Σαραουάκ, έχοντας συντρίψει μια για πάντα την πειρατεία σε μεγάλη έκταση της βόρειας ακτής της Βόρνεο.

Τέλος εικοστού μέρους.
         (Πρώτο μέρος)