Κυριακή, 25 Απριλίου 2021

Έτσι χτυπούσαν οι καμπάνες! Του Γιάννη Μ. Σπετσιώτη




Έτσι χτυπούσαν οι καμπάνες!
του Γιάννη Μ. Σπετσιώτη
Θυμάμαι, από τα τέλη της δεκαετίας του σαράντα μέχρι και τη δεκαετία του εβδομήντα, το καμπαναριό των «Ταξιαρχών» με τις τέσσερις καμπάνες του, διαφορετικού μεγέθους και ήχου η καθεμιά.
Η μικρότερη, στη νότια πλευρά του καμπαναριού, είχε ήχο οξύ και διαπεραστικό. Η δεύτερη, λίγο μεγαλύτερη, κρεμόταν στη βορινή πλευρά, στο ίδιο ύψος με την προηγούμενη, με ήχο γλυκύτερο αλλά κάπως στεγνό, χωρίς καλό απόηχο. Η «μεσαία» ήταν κρεμασμένη στο ψηλότερο σημείο του καμπαναριού. Ο ήχος της ήταν βραχνός, «αισθησιακός» θα έλεγα. Το ιδιαίτερο άκουσμά της, οφειλόταν στο «γλωσσίδι», που ήταν παραμορφωμένο από τα συνεχή χτυπήματα. Στο κάτω μέρος του καμπαναριού, η μεγάλη, είχε ήχο δυνατό, επιβλητικό, επίσημο.
Τα σχοινιά που τις χτυπούσαν έφταναν μέχρι κάτω, το έδαφος και συχνά τα έδεναν στα κάγκελα της δυτικής εισόδου του Ναού ή στις κολώνες του καμπαναριού.
Ανάλογα με την ημέρα οι καμπάνες χτυπούσαν η κάθε μια1 ξεχωριστά,  οι δύο μεγαλύτερες μόνο ή και όλες μαζί. Συγκεκριμένα:
Τις «επίσημες μέρες» που χτυπούσαν όλες μαζί, ξεκινούσε η μικρότερη, ακολουθούσε η μεγαλύτερη, ύστερα η μεσαία και τέλος η μεγάλη.
Τις καθημερινές, όταν δε γιόρταζε Άγιος αλλά γινόταν ιδιωτική λειτουργία, σήμαινε μόνο η μικρότερη στον Εσπερινό και στον Όρθρο. Ντιν-ντιριντίν-ντιν! Ντιν-ντιριντίν-ντιν! πέντε, έξι φορές. Ήταν ένα τέμπο σύντομο, με τέσσερις χτύπους, ο πρώτος μόνος του, οι άλλοι δύο μαζί και ο τέταρτος πάλι μόνος. Το τελείωμά της ήσαν τρεις χτύποι πιο αργοί, ντιν, ντιν, ντιν! Η ίδια κωδωνοκρουσία επαναλαμβανόταν και κατά την ώρα της Δοξολογίας.
Η άλλη καμπάνα, η αμέσως μεγαλύτερη από την προηγούμενη, χτυπούσε σε γιορτές «μη εορταζομένων Αγίων». Τέτοιοι Άγιοι θεωρούνται από την εκκλησία μας όσοι δεν έχουν πλήρη ακολουθία στα Μηναία. Φυσικά, αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την «άθληση», την πίστη και το μαρτύριό τους. Σε πρακτικό και κοινωνικό επίπεδο είναι Άγιοι που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστοί και το όνομά τους σπάνια δίνεται σε ανθρώπους, π.χ. ο Άγιος Μάξιμος, η Οσία Ξένη κ.λπ. Σήμαινε, όπως και η πιο μικρή, στον Εσπερινό, στο ξεκίνημα του Όρθρου και τη Δοξολογία με το ίδιο τέμπο. Ντιν-ντιριντίν-ντιν! Ντιν-ντιριντίν-ντιν! Την ίδια «καμπάνα» (κωδωνοκρουσία) χρησιμοποιούσαν και στις προηγιασμένες, Τετάρτη και Παρασκευή, της Μεγάλης Σαρακοστής.
Η μεσαία χτυπούσε στις περισσότερες γιορτές των Αγίων, όπως του Αγίου Νεκταρίου, του Αγίου Γερασίμου, του Αγίου Φανουρίου κ.λπ. Σήμαινε, επίσης, την παραμονή των Χριστουγέννων και των Φώτων, το πρωί της Μ. Δευτέρας, της Μ. Τρίτης και της Μ. Τετάρτης, στις παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου, σε εννιάμερα και μνημόσυνα που γίνονταν Σάββατο και τα Ψυχοσάββατα. Δεν ταίριαζε, άλλωστε, σ’ αυτές τις ακολουθίες να χτυπούν όλες μαζί οι καμπάνες. Το τέμπο της ήταν: Νταν-νταν-νταν! Νταν-νταν-νταν! Τρεις διακριτικοί χτύποι με μικρή παύση στον τρίτο και πάλι απ’ την αρχή. Στο τέλος σήμαινε δύο φορές, νταν-νταν! με τον ένα χτύπο να απέχει από τον άλλο 3-4΄΄. Σήμαινε στον Εσπερινό, στον Όρθρο, μετά το πρώτο Ευαγγέλιο και στη Δοξολογία.

Η μεγάλη καμπάνα χτυπούσε στον Εσπερινό του Σαββάτου και στην έναρξη του Όρθρου τις Κυριακές. Το ίδιο γινόταν και στις εορτές των Μεγάλων Αγίων π.χ. του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Δημητρίου. Χτυπούσε αργά, επιβλητικά, ανά τρεις χτύπους, 8-10 φορές, νταν-νταν-νταν!, με το τελείωμά της ένα χτύπο πιο δυνατό από τους άλλους. Σήμαινε, επίσης, στην Ακολουθία των Χαιρετισμών, του Ακάθιστου Ύμνου και στις Ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας από την Κυριακή, «στο Νύμφιο», ως τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ.
Οι δύο καμπάνες, μεσαία και μεγάλη, μαζί, χτυπούσαν στον Εσπερινό, στον Όρθρο, στις Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές π.χ. της Μεταμορφώσεως και στα Εισόδια της Θεοτόκου και όταν τύχαινε τις Κυριακές να εορτάζεται μαζί και «Μεγάλος» Άγιος, π.χ. Κυριακή και του Αγίου Αθανασίου. Ήταν ένα πολύ όμορφο άκουσμα! Οι δύο καμπάνες είχαν τον ίδιο ρυθμό (νταν – νταν – νταν), το τέμπο, όμως, της μεσαίας ήταν πιο γρήγορο από της μεγάλης. Το τέλος της κωδωνοκρουσίας έδιναν δυο αργά και δυνατά χτυπήματα της μεγάλης καμπάνας. Θυμάμαι τον παπα-Μιχάλη που με ιδιαίτερη «μαεστρία» χτυπούσε στην έναρξη και τις δυο καμπάνες μαζί κι εμάς, να προσπαθούμε, με την καθοδήγησή του πάντα, να τον μιμηθούμε…  
Στην «τρίτη καμπάνα» της Δοξολογίας τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές, Δεσποτικές, Θεομητορικές και Μεγάλων Αγίων σήμαιναν όλες οι καμπάνες μαζί. Επίσης, όλες μαζί σήμαιναν σε ξεχωριστές Κυριακές, όπως των Βαΐων, της Ορθοδοξίας, της Πεντηκοστής, στον Εσπερινό και τον Όρθρο, τη Δευτέρα της Ανάστασης, του Ευαγγελισμού, του Σταυρού, των Τριών Ιεραρχών.  
Τις Κυριακές αλλά και τις Μεγάλες Γιορτές οι καμπάνες χτυπούσαν όλες μαζί και στο τελείωμα (σχόλασμα) της Λειτουργίας. Αυτή η συνήθεια, εδώ και αρκετές δεκαετίες, έχει πάψει να υπάρχει. Επίσης, όλες μαζί οι καμπάνες και για αρκετή ώρα σήμαιναν στις Δοξολογίες των εθνικών εορτών της 28ης Οκτωβρίου και της 25ης  Μαρτίου, καθώς και σε άλλες ανάλογες επετείους. Ακόμη χτυπούσαν με αυτόν τον τρόπο, ακατάπαυστα, την ώρα που λεγόταν το «Χριστός Ανέστη!», στις λιτανείες, όταν ερχόταν ο Δεσπότης στην εκκλησία για να λειτουργήσει, καθώς και σε έκτακτες περιπτώσεις. Αυτές τις στιγμές …πώς και πώς τις περιμέναμε! Εννιάχρονα παιδιά, τότε, ντυμένα «διακάκια», σαν έδινε το σύνθημα ο παπα-Μιχάλης με ένα του νεύμα την ώρα της Δοξολογίας, τρέχαμε απ’ το ιερό στα σκοινιά, ποιος θα τα πρωτοπιάσει...
Μια ιδιαίτερη κωδωνοκρουσία είναι το «Τρικάμπανο», καθώς τη λέμε στην Ερμιόνη. Σημαίνουν, δηλαδή, όλες οι καμπάνες μαζί, συνεχόμενα, με δύο μόνο ενδιάμεσες διακοπές. Το τέλος του «τρικάμπανου» το δίνει, κατά τα γνωστά, η μεγάλη καμπάνα με δύο χτυπήματα.
Τρικάμπανο χτυπούσαν στον Εσπερινό και ανήμερα στα Θεοφάνεια (1η, 2η και 3η κωδωνοκρουσία), καθώς και τα Χριστούγεννα. Σήμαιναν έτσι το Πάσχα, στην έναρξη της Ακολουθίας και στον Εσπερινό της Αγάπης και ακόμα όταν πανηγύριζε ο Ναός των Ταξιαρχών, (8 Νοεμβρίου), σε όλες τις κωδωνοκρουσίες.
Τη Μεγάλη Παρασκευή και οι τέσσερις καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, σε όλες τις ακολουθίες της ημέρας. Ξεκινούσε η μικρότερη σημαίνοντας με γρήγορο τέμπο τρεις φορές, ντιν-ντιν-ντιν! Το ίδιο και η αμέσως μεγαλύτερη. Η μεσαία, νταν-νταν-νταν!, με αργότερο τέμπο και η μεγάλη αργά, νταν-νταν-νταν! Κάθε χτύπημά της απείχε από το άλλο 15΄΄. Πένθιμα χτυπούσαν, επίσης, οι καμπάνες με τρία συνεχόμενα χτυπήματα και την ώρα που έβγαινε ο Σταυρός, τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ, τη στιγμή που ο ιερέας έλεγε το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου!», αναγγέλοντας το μεγάλο πένθος της Χριστιανοσύνης.
Στο θάνατο των ανθρώπων χτυπούσαν πένθιμα οι δύο μεγαλύτερες καμπάνες με δύο χτυπήματα. Σήμαιναν, για να αναγγείλουν το θλιβερό γεγονός στην πόλη αλλά και την ώρα της Εξόδιας Ακολουθίας, που γινόταν, συνήθως, την επομένη. Όταν ο θάνατος αφορούσε κάτοικο της Ερμιόνης, οι καμπάνες σήμαιναν πολύ πρωί, λίγο πριν την Ακολουθία του Όρθρου. Εκείνη την ώρα που οι περισσότεροι  βρίσκονταν στα κρεβάτια τους, το πένθιμο άκουσμά τους σε έκανε να ανατριχιάζεις. Όσοι, μάλιστα, μέναμε κοντά στην εκκλησία ακούγαμε και το όνομα του νεκρού, στον …ύπνο μας, από τους πρώτους «περίεργους» που μάθαιναν την είδηση και τη σχολίαζαν.
-     Ποιος πέθανε, καλέ;
-     Ο (τάδε)!
-     Ου τον κακομοίρη! Πόσο χρόνων ήτανε;
Όταν ο νεκρός ήταν Ερμιονίτης αλλά δε ζούσε στην πόλη μας ή ήταν γνωστός ή είχε συγγενείς στην Ερμιόνη, το θλιβερό χτύπημα ακουγόταν το απόγευμα, πριν ή μετά τον Εσπερινό.
-     Ποιος πέθανε;
-     Ο (τάδε), στην Αμερική!
-     Ου, Ου, Ου! Πόσο καιρό, καλέ, έλειπε;
Την ίδια τακτική στις κωδωνοκρουσίες ακολουθούσε και η «Παναγία». Στο καμπαναριό της είχε τρεις καμπάνες. Τη μικρή, τη μεσαία και τη μεγάλη. Χτυπούσαν αμέσως μετά του «Ταξιάρχη», λες και ο εφημέριος ήταν κρεμασμένος απ΄ την καμπάνα, λεπτό μη χάσει. Στην «Παναγία» χτυπούσε «τρικάμπανο»  στον Εσπερινό και ανήμερα το Δεκαπενταύγουστο, γιατί πανηγύριζε ο Ναός και γινόταν «μονο-εκκλησία».
Προσωπικά μου αρέσει πολύ το άκουσμα της καμπάνας, «της καμπάνας του χωριού μας που γλυκά σημαίνει…» -θυμάμαι το παλιό παιδικό τραγουδάκι…  Χρόνια τώρα τον συνήθισα, συμφιλιώθηκα μαζί του, καθώς το σπίτι μας ήταν κοντά στην εκκλησία και πολλά χρόνια τα πέρασα στο ψαλτήρι. Έτσι ο ήχος της δεν έφυγε ποτέ από μέσα μου. «Μετρούσε και μετράει» με ακρίβεια τις μέρες μου, τις ώρες, τα δευτερόλεπτα της ζωής μου. Μου θυμίζει συνεχώς τι ονειρεύτηκα, τι κατάφερα, τι προσπέρασα, τι άφησα πίσω μου. Έχει γίνει ένα με την παιδική, την εφηβική, τη νεανική και τη μετέπειτα ζωή μου. Συνοδεύει μέχρι τώρα τις σκανταλιές μου, τα παιχνίδια μου, τα λεγόμενά μου, τη δουλειά μου. Είναι εκεί, σταθερό, για να μου θυμίζει το χρόνο που περνάει, τους ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή μου, τα νέα παιδιά που συντροφεύει, την επιθυμία που γεννιέται για επιστροφή…
Πέρα από τα βιώματα και τις απόψεις του καθενός μας το χτύπημα της καμπάνας αποτελεί σημαντικό στοιχείο της παράδοσης ενός τόπου και το μήνυμα που μεταφέρει είναι, σε κάθε περίπτωση, συνταιριασμένο με τη θρησκευτική και κοινωνική ζωή μας. Ωστόσο, καθώς «σημαίνω» θα πει φανερώνω κάτι, με συγκεκριμένο περιεχόμενο και σημασία, ο ήχος της πρέπει να προσδιορίζει με τη μεγαλύτερη δυνατή ευκρίνεια και σεβασμό, το γεγονός που θέλει να αναγγείλει σε σχέση πάντα με την ώρα, την ένταση, τον τρόπο κ.λπ. Έτσι δεν θα είναι ανεξέλεγκτος και κατά συνέπεια ενοχλητικός και θα τηρείται, όπως επιβάλλεται, ο κανόνας του μέτρου.

ΣΗΜ.
1.    Ερμ. έκφραση: «Χτύπησε μονή καμπάνα!»
2.    Η φωτο είναι της Ρ. Λουμουσιώτη.