Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2020

ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΓΧΟΥΣ


Του Τάκη Σπετσιώτη

Ενώ προχωρούσε ο Οκτώβρης, κι ιδίως αν ψύχραινε και κάπως ο καιρός, ο νους του γύριζε συχνά σ' εκείνο τον Οκτώβρη του '71. Βρισκόταν στο πλοίο για τον Πειραιά, μόνος χαζεύοντας τα κύματα, ονειροπολώντας τη δική του τη ζωή με φράσεις από ξένα, εφηβικά τραγούδια σε πεζό ρυθμό : ''Tώρα η πόλη σε καλεί από καιρό. Το όνειρο. Το δέος. Η άγνωστη πόλη. Οι κλειστές θύρες. Οι άνθρωποι που όλο τρέχουν, που σ' αφήνουν μόνο...'' 


Βέβαια εκείνο το παράξενο διήγημα ''Ο ΄Αλλος', με το ίδιο θέμα, πούχε δημοσιεύσει ο Υιός της Νύχτας σ' ένα μισοτριμμένο κατοχικό λαϊκό περιοδικό, δεν το 'ξερε ακόμη - χρόνια πολλά μετά το 'χε μαζέψει από ένα καρότσι του δρόμου. Κι από τότε που το διάβασε, αν και δεν έπαυε, ως γραφή, να το συνδέει με τη λαική αισθηματογραφία μιας παρωχημένης εποχής, πάντα θυμόταν (κυρίως όταν ήταν μελαγχολικός και σκοτισμένος) τα λόγια του, τα σχετικά με κείνον τον Οκτώβρη του '71, με τη δική του τη ζωή. Ο ένας, έλεγε το διήγημα, - Νάσος τ' όνομά του-, καθισμένος σ' ένα βαγόνι τραίνου ερχότανε στην πόλη απ' το χωριό του. Κι ο άλλος, καθιστός στο τραίνο, απέναντί του - ''δυο μάτια μόνο κουρασμένα και στεγνά, δυο μάτια ξέθωρα που, από τον τρόπο που κυττούσαν, φαίνονταν πως είχαν δει πολλά... ένας νέος με πρόσωπο στεγνό καθώς τα μάτια του-, ένας νέος δίχως ηλικία... Και τα μάτια του που τού μιλούσαν δίχως καν ο Νάσος να τα κυττάζει: ''- Πού πας, πού πας μες στον μεγάλο κόσμο; Ο κόσμος είναι μια βαθειά, θανάσιμη παγίδα! Θα συμπαρασυρθής απ' τους τροχούς του και θα γίνης λυώμα, λυώμα, λυώμα! Γύρισε στον τόπο σου, στο ταπεινό σου σπίτι και κλείσε τα παράθυρα καλά...'' Τώρα, κοντά πενήντα χρόνια μετά απ' το φθινόπωρο εκείνο του '71, είχε δει κι αυτός πολλά : Σκιές που γλιστρούσαν κυνηγημένες απ' τη νύχτα τυλιγμένες στο σκοτάδι... στρατιώτες που περνούσαν... αεροπόρους μες στις φυλλωσιές των δέντρων... ναύτες κάτω από τις φωτεινές επιγραφές των κινηματογράφων... σκιές στην εκπλήρωση του πόθου παράμερα, όταν η πόλη πλημμύριζε από φως... σκιές παράνομης ύπαρξης.. κυνηγημένης κοινωνικής υπόστασης..., σκιές περιπολικών της Αστυνομίας στα δάση της πόλης και στις ύποπτες συνοικίες του λιμανιού. 


Και, ώρες -ώρες, κάτω από νυσταγμένα φεγγάρια, με το τραίνο απ' το σιδηροδρομικό σταθμό, κατάκοπος γυρίζοντας στο σπίτι, θαρρούσε - όταν ήταν κουρασμένος, κυρίως, απελπισμένος-, πως έβλεπε απέναντί του ξανά κείνα τα μάτια του ήρωα του διηγήματος '' Ο ΄Αλλος'', συλλογιζόμενος πώς κανείς δεν βγήκε ποτέ φευγάτος απ' το πορτραίτο της σκιάς, πάντα ήταν πολύ αργά, πάντα αντίθετα προς την ηθική τάξη, ενώ κείνα τα μάτια του άγνωστου νέου χωρίς ηλικία δεν έπαυαν ποτέ να του μιλούν με την παλιακιά, τη γλυκερή τους, αδέξια λογοτεχνικά γλώσσα : ''-...βούλωσε τις χαραμάδες, μην έμπουν μέσα υποσχέσεις δολερές, της μακρυνής σειρήνας - της ζωής!'' Κύριε, Κύριε πότε η μέρα θα γίνει φωτεινή, κι ως πότε η νύχτα το σκοτάδι θα πολεμάει; - θυμότανε απ' τη πόλη τη μικρή, απ' την πατρίδα του, μια προσευχή, σα φυλαχτό να τον φυλάει.