Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018

Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕς Δέκατο όγδοο μέρος


Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ Δέκατο όγδοο μέρος

Δημήτρης Τουτουντζής

Η Ακτή των Πειρατών.

Η ακτή της Αραβίας τελειώνει προς τα ανατολικά στη χερσόνησο του Ομάν. Συνορεύει προς βορρά με τον Περσικό κόλπο, όπου μπαίνει κανείς, όταν έρχεται από την Ερυθρά Θάλασσα, από το στενό του Ορμούζ. Όταν ο ποντοπόρος, που φτάνει από τον κόλπο του Ομάν, πλησιάζει σ’ αυτό το στενό, βλέπει αριστερά του μια χαμηλή και ανώμαλη ακτή, που είναι γνωστή στους ναυτικούς από αιώνες με το όνομα Ακτή των Πειρατών. Αυτή η ακτή απλώνεται σε έκταση εκατόν πενήντα μίλια περίπου.
    Αυτή η περιοχή στάθηκε πιθανότατα το λίκνο της ναυσιπλοΐας και φυσικά και της πειρατείας. Η γεωγραφική της θέση την κάνει τον πρώτο κρίκο των εμπορικών σχέσεων ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Όταν αρχίσανε να μεταφέρονται τα εμπορεύματα της Ανατολής προς τη Δύση, οι Άραβες του Ομάν ήταν εκείνοι που τα έφεραν από τις Ινδίες στην Αραβία. Το εμπόριο αυτό αναφέρεται κιόλας στις επιγραφές που βρέθηκαν στη Νινευή, στη Βαβυλώνα και στην Αίγυπτο, πράγμα που μας φέρνει πίσω στο 5.000 π.Χ. Οι Άραβες αυτής της ακτής, στην αρχή οδήγησαν διαδοχικά με το κουπί ή με το πανί τα μικρά πλεούμενά τους όσο πήγαινε μακρύτερα κατά μήκος των ακτών της Αραβίας. Τελειοποιώντας σιγά-σιγά τη ναυπηγική και τη ναυσιπλοΐα, διακινδυνεύανε σε μεγάλη απόσταση από την ακτή και καταλήξανε να φτάσουν σε μακρινές χώρες.

    Τον 9ο αιώνα οι Άραβες της Μοσκάτης εμπορεύονταν στην Κίνα από την Καντών και είχαν εγκαταστημένους εμπόρους σε πολύ μακρινά μέρη, όπως το Σιάμ, η Ιάβα και η Σουμάτρα. Τα προϊόντα που έφερναν στον Περσικό κόλπο ήταν μπαχαρικά, λιβάνι, μετάξι και πολλά άλλα σπάνια εμπορεύματα της Άπω Ανατολής. Οι κάτοικοι του Ομάν προμηθεύανε στους Αιγυπτίους τη σμύρνα και τα μπαχαρικά που χρειάζονταν για το βαλσάμωμα των νεκρών.
    Τα εμπορεύματα, φτάνοντας από τις Ινδίες, μεταφορτώνονταν στο Ομάν, περνούσαν από τον Περσικό κόλπο, ύστερα ανεβαίνανε τον Ευφράτη ως τη Βαβυλώνα. Από εκεί μεταφέρονταν με καραβάνια μέσα από την έρημο ως τη Μεσόγειο. Το τελευταίο τμήμα της μεταφοράς και του εμπορίου βρισκόταν στα χέρια των Φοινίκων, που αν και θεωρούνται από τους πρώτους ναυτικούς, ακολούθησαν τους Άραβες ύστερα από χιλιάδες χρόνια.
    Πολύ αργότερα, ίσως κάπου πεντακόσια χρόνια π.Χ., η Ερυθρά Θάλασσα άρχισε να συναγωνίζεται σοβαρά τον Περσικό κόλπο, σαν δρόμος μεταφοράς των προϊόντων της Ανατολής στην Ευρώπη.
    Στην Ακτή των Πειρατών υπήρχαν πολλές φυλές που επιδίδονταν στην ωκεανοπορία, η πιο δυνατή όμως και εκείνη που έπαιξε το μεγαλύτερο ρόλο στην πειρατεία στάθηκε η φυλή των Τζοασμής. Η φυλή αυτή έγινε γνωστή στους Ευρωπαίους μόνο όταν τα πορτογαλικά εμπορικά καράβια άρχισαν να μπαίνουν από το στενό του Ορμούζ στον Περσικό κόλπο στη διάρκεια του 16ου αιώνα.
    Δεν είναι καθόλου παράξενο το γεγονός πως αυτή η ακτή, δαντελωτή από τη μια άκρη ως την άλλη, πλούσια σε λιμανάκια, λιμνοθάλασσες και υφάλους και κατοικημένη από μια φυλή με έντονα ληστρικά ένστικτα, έγινε φωλιά ληστών της θάλασσας, μόλις εμφανίσθηκαν ξένα καράβια κατάλληλα για πλιάτσικο. Η κυριότερη πόλη των Τζοασμής ήταν το Ρας-αλ-Χυμά, που έμεινε ως πολύ αργά στον 19ο αιώνα ένα από τα τελευταία κέντρα του δουλεμπορίου.
    Η δράση των Τζοασμής άρχισε να ξεπερνάει τα τοπικά πλαίσια το Δεκέμβριο του 1778, όταν επιτέθηκε εναντίον ενός αγγλικού καραβιού, που μετέφερε επίσημα μηνύματα στον περσικό κόλπο. Ύστερα από μια  λυσσασμένη σύγκρουση, που κράτησε τρεις μέρες, οι Τζοασμής αιχμαλώτισαν το καράβι και το πήραν μαζί τους στο Ρας-αλ-Χυμά. Παίρνοντας θάρρος από αυτή την επιτυχία, επαναλάβανε το ίδιο κατόρθωμα με δύο αγγλικά καράβια τον επόμενο χρόνο.
    Τον Οκτώβριο του 1797 έδειξαν την περιφρόνησή τους προς τους Ευρωπαίους με μια καταπληκτική επίθεση, όχι εναντίον ενός ανυπεράσπιστου εμπορικού καραβιού, αλλά εναντίον ενός αγγλικού πολεμικού του «Βίπερ», που ήταν αγκυροβολημένο στον κόλπο του Μπουσίρ δίπλα σε έναν στόλο από ντόους (μικρά ιστιοφόρα των Αράβων). Ο ναύαρχος των Αράβων πήγε και βρήκε τον πράκτορα της Εταιρίας των Ανατολικών Ινδιών στην πόλη, και αφού του επανέλαβε πολλές φορές πως ήταν φίλος των Άγγλων, ζήτησε να του προμηθεύσουν μπαρούτι και βόλια. Με απίστευτη βλακεία, ο πράκτορας έδωσε διαταγή στον πλοίαρχο Κάρρουδερς του «Βίπερ» να του τα προμηθεύσει. Μόλις μεταφορτώθηκε το μπαρούτι στα ντόους των Τζοασμής, γέμισαν τα κανόνια τους και ανοίξανε πυρ εναντίον του αγγλικού πολεμικού. Το πλήρωμα του «Βίπερ» προγευμάτιζε εκείνη τη στιγμή, ανέβηκε όμως αμέσως στο κατάστρωμα για να κόψει τα παλαμάρια της άγκυρας και να αποκτήσει έτσι πλεονεκτήματα στη μανούβρα. Ακολούθησε μια μανιασμένη μάχη. Από τους πρώτους που τραυματίστηκαν ήταν ο πλοίαρχος Κάρρουδερς, που χτυπήθηκε από μια σφαίρα στα νεφρά. Αφού όμως έσφιξε τη μέση του με ένα μαντήλι, έμεινε πάνω στη γέφυρα ως τη στιγμή που τον χτύπησε μια δεύτερη σφαίρα στο μέτωπο και έπεσε. Ένας δόκιμος, ο Σώλτερ, ανέλαβε τότε τη διοίκηση και εξακολούθησε να πολεμάει ώσπου έτρεψε τα ντόους σε φυγή. Από ένα πλήρωμα εξήντα πέντε αντρών, το «Βίπερ» έχασε τριάντα δύο νεκρούς και λαβωμένους, πράγμα που δείχνει με πόσο θάρρος και αντοχή πολέμησε και πόσο κινδύνεψε να αιχμαλωτιστεί.
    Είναι χαρακτηριστική η διαπίστωση πως η κυβέρνηση της Βομβάης δεν έκανε καμιά ανάκριση γι’ αυτή την πράξη προδοσίας και δεν πήρε κανένα μέτρο για την τιμωρία των πειρατών. Αν είχε υποστηρίξει τους ήρωες του «Βίπερ», θα μπορούσε να ξεμπερδέψει μια και καλή με τους Τζοασμής πειρατές. Πραγματικά το αυστηρό μάθημα που πήραν οι Άραβες εκείνη τη μέρα στο Μπουσίρ είχε σωτήριο αποτέλεσμα για μερικά χρόνια. Η αδιαφορία της Εταιρίας και η έλλειψη αντιποίνων έκαναν αργότερα να ξεχαστεί το μάθημα, και αυτό κόστισε την απώλεια αρκετών καραβιών μεγάλης αξίας και πολλών ανθρώπινων ζωών.
    Η περίοδος της ηρεμίας δεν κράτησε παρά μόνο εφτά χρόνια. Ο βασιλιάς του Ομάν ήταν δραστήριος ηγεμόνας και γενικά εμπόδισε τις πειρατικές πράξεις των απειθάρχητων φυλών της ακτής πιο αποτελεσματικά από την ίδια την αγγλική διοίκηση της Βομβάης. Το Σεπτέμβριο όμως του 1804 ξεκίνησε για μια θαλασσινή εκστρατεία. Κατεβαίνοντας τον κόλπο, πέρασε σε ένα μικρό αραβικό καράβι για να βγει στην ξηρά στο Μπασσιντόρ, ενώ τα καράβια του συνεχίζανε το ταξίδι τους με μαζεμένα τα πανιά. Ξάφνου, καθώς πλησίαζε στην παραλία, ξεπετάχθηκαν από ένα λιμανάκι τρία ντόους των Τζοασμής και του επιτεθήκανε. Ο βασιλιάς και πολλά μέλη της ακολουθίας του σκοτώθηκαν από την πρώτη επίθεση. Οι πειρατές τράπηκαν σε φυγή πριν προφτάσει ο στόλος της Μοσκάτης να βοηθήσει το βασιλιά του.           
    Ο θάνατος του σουλτάνου στάθηκε το σύνθημα για να εξαφανιστεί η τάξη και η ασφάλεια στον κόλπο. Οι Τζοασμής, που δε συγκρατούνταν πια από κανέναν, έγιναν πιο παράτολμοι από ποτέ. Ακολούθησε μια σειρά επιθέσεις, με συνέπεια την καταστροφή ενός μεγάλου αριθμού αγγλικών καραβιών, ώσπου ο πλοίαρχος Ντέιβιντ Σέτον, αντιπρόσωπος στη Μοσκάτη, έπεισε τις αρχές της πόλης να στείλουν μια δύναμη να τιμωρήσει τους Τζοασμής. Ο πλοίαρχος Σέτον οδηγούσε ο ίδιος τον αραβικό στόλο, που απέκλεισε τους πειρατές στο νησί Κισλ και τους υποχρέωσε να παραδοθούν. Ύστερα από ατελείωτες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη Βομβάη και τους Τζοασμής, υπογράφτηκε μια συμφωνία. Μ’ αυτήν οι πειρατές αναλάμβαναν την υποχρέωση να μην παρενοχλούν πια το αγγλικό εμπόριο, με αντάλλαγμα της άδειας να εμπορεύονται στα αγγλικά λιμάνια ανάμεσα στο Σουράτ και τη Βεγγάλη.
    Δεν αργήσανε όμως να αντιληφθούν τη ματαιότητα μιας τέτοιας συμφωνίας, όταν ένα καράβι της Εταιρίας δέχτηκε την επίθεση τεσσάρων  πειρατικών ντόους. Τρία από αυτά βυθίστηκαν στο Σουράτ και τα πληρώματά τους αιχμαλωτίστηκαν και στάλθηκαν στη Βομβάη. Εκεί, μόλο που οι πειρατές κρίθηκαν ένοχοι, απελευθερώθηκαν χωρίς να μπορέσει να εξηγήσει κανείς το γιατί. Η απάντηση των Τζοασμής στην απίστευτη αδυναμία της διοίκησης της Βομβάης ήταν η αιχμαλωσία είκοσι πλεούμενων των ιθαγενών, που οδηγήθηκαν στον Περσικό κόλπο και χρησιμοποιήθηκαν ύστερα για την ενίσχυση ενός στόλου από πενήντα ντόους, προορισμένου για μια νέα επιχείρηση στις ακτές των Ινδιών.
    Εκείνη την εποχή οι πειρατές είχαν απαλλαγεί ολότελα από τον τρόμο που τους προκαλούσαν τα πολεμικά καράβια της Εταιρίας και τους ρίχνονταν τώρα χωρίς να τα πολυλογαριάζουν. Πότε-πότε αποκρούονταν. Τον Απρίλιο του 1808 δοκιμάσανε να πάρουν με ρεσάλτο το «Φιούρυ», που ήταν οπλισμένο με έξη κανόνια και με κυβερνήτη τον ανθυποπλοίαρχο Γκόουαν, με την εντύπωση πως θα ήταν εύκολη λεία. Τους απέκρουσε παρ’ όλη τη συντριπτική υπεροχή τους. Θα πίστευε κανείς πως ο ανθυποπλοίαρχος Γκόουαν και το γενναίο του πλήρωμα αμείφθηκαν από την κυβέρνηση. Αντίθετα, η κυβέρνηση μάλωσε αυστηρά τον κυβερνήτη του πλοίου μόλις γύρισε στη Βομβάη.
    Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν ολοφάνερο. Τον ίδιο χρόνο το «Συλφ», ένα καράβι εβδομήντα οχτώ τόννων, τραβούσε για το Μπουσίρ μαζί με δύο πολεμικά, που μεταφέρανε την Σερ Χ. Ι. Μπρίτζες στη θέση του σαν πρεσβευτή την Περσία. Το «Συλφ» είχε μείνει πίσω από τα άλλα καράβια, όταν το πλησίασαν πολλά ντόους. Ο κυβερνήτης του όμως, ο ανθυποπλοίαρχος Γκράχαμ, εκτελώντας αυστηρά τις εντολές της διοίκησης της Βομβάης, απόφυγε να πυροβολήσει ώσπου τα πλεούμενα των Αράβων έφτασαν δίπλα του. Ύστερα ήταν πολύ αργά για να δράσει και τα ντόους έριξαν εναντίον του βροχή βλήματα, αιχμαλωτίζοντας εύκολα το «Συλφ», χωρίς αυτό να μπορέσει να ρίξει ούτε μια βολή για να αμυνθεί. Όπως συνήθως, οι Τζοασμής δολοφόνησαν όλο το πλήρωμα, είκοσι δύο άντρες, κόβοντάς τους το λαιμό στην κουπαστή στο όνομα του Αλλάχ. Ο ανθυποπλοίαρχος Γκράχαμ γλύτωσε, γιατί λαβώθηκε βαριά στη γενική ανακατωσούρα του ρεσάλτου, έπεσε στο άνοιγμα του αμπαριού και κατάφερε να συρθεί σε μια αποθήκη, όπου έμεινε κρυμμένος. Οι πειρατές έφυγαν θριαμβεύοντας για το Ρας-αλ-Χυμά, στο δρόμο όμως τους πρόφτασε η φρεγάτα «Νηρηίς», και έσωσε τον Γκράχαμ και το καράβι του.
    Τον ίδιο χρόνο το 1808, σημειώθηκε το πιο αναπάντεχο και το πιο συγκινητικό από τα
επεισόδια όπου πήρε μέρος ένας όμιλος Άγγλων και πειρατών από τη φυλή των Τζοασμής. Το μπρίκι «Φλάι», δεκατεσσάρων κανονιών, ιδιοκτησία της Εταιρίας των Ανατολικών Ινδιών και με κυβερνήτη τον ανθυποπλοίαρχο Μαίηνουωριγκ, αιχμαλωτίστηκε στ’ ανοιχτά του Κάις από έναν φημισμένο Γάλλο κουρσάρο, τον καπετάνιο Λεμέμ, του «Φορτύν». Πριν κάνει ρεσάλτο ο εχθρός, ο Άγγλος αξιωματικός πέταξε στη θάλασσα τα γράμματα και το ταμείο του, και σημείωσε στο χάρτη το στίγμα, για την περίπτωση που θα δινόταν η ευκαιρία να γυρίσει να το αναζητήσει. Ο Μαίηνουωριγκ και δύο από τους αξιωματικούς του οδηγήθηκαν στο νησί του Μαυρικίου, ενώ οι άλλοι αξιωματικοί και οι άντρες του πληρώματος μεταφέρθηκαν στο Μπουσίρ και απελευθερώθηκαν. Ξέροντας πως το ταχυδρομείο της Αγγλίας είχε μεγάλη σημασία, οι αξιωματικοί που βρίσκονταν στο Μπουσίρ αγοράσανε για λογαριασμό τους ένα ντόους των ιθαγενών, το οπλίσανε και ξεκίνησαν κατά μήκος του κόλπου προς τη Βομβάη.
    Σταματήσανε στο Κάις και ύστερα από πολλούς κόπους ψαρέψανε το ταχυδρομείο. Αφού το μετέφεραν στο καράβι, ξεκίνησαν πάλι, στο στενό του κόλπου όμως αιχμαλωτίστηκαν από ένα στόλο ντόους των Τζοασμής, μ’ όλο που προβάλανε ρωμαλέα αντίσταση και πολλοί από τους Άγγλους τραυματίστηκαν. Οι πειρατές μετέφεραν τους αιχμαλώτους στο Ρας-αλ-Χυμά, όπου τους κρατήσανε ώσπου να φτάσουν τα λύτρα.
    Στη διάρκεια της διαμονής τους, τους έδειχναν στους κατοίκους της πόλης σαν αξιοπερίεργα φαινόμενα, γιατί δεν είχαν δει ποτέ τέτοιους ανθρώπους. Οι κυρίες των Τζοασμής έφταναν μάλιστα στις παραμικρές λεπτομέρειες στις έρευνές τους, σε σημείο που ήθελαν να διαπιστώσουν τι διέφερε ένας άπιστος χωρίς περιτομή από έναν πραγματικό πιστό.
    Αυτοί οι δυστυχισμένοι Άγγλοι έμειναν για πολλούς μήνες στην εξουσία των Αράβων και τελικά έσβησε η ελπίδα πως θα πληρωθούν τα λύτρα τους. Τότε αποφασίσθηκε να θανατωθούν, για να ξεφορτωθούν οι Άραβες αυτούς τους εχθρούς, που δεν προσφέρανε τίποτε. Η επιθυμία να υπερασπιστούν τη ζωή τους, τους οδήγησε να καταστρώσουν ένας σχέδιο, για να παρατείνουν τουλάχιστον προσωρινά τη διάρκειά της. Μ’ αυτό το σκοπό ειδοποίησαν τον αρχηγό των πειρατών πως είχαν βυθίσει ένα σημαντικό θησαυρό στ’ ανοιχτά του νησιού Κάις και πως γνωρίζανε το σημείο της βύθισης με βάση σημάδια που είχαν βάλει στην κοντινή ξηρά, και θα μπορούσαν να τον ξαναβρούν, αν τους έδιναν γερούς βουτηχτές. Προσφέρθηκαν να εξαγοράσουν την ελευθερία τους βοηθώντας τους πειρατές να βρουν αυτά τα χρήματα. Οι πειρατές υποσχέθηκαν επίσημα πως αν εκτελούσαν αυτή την υποχρέωση που είχαν αναλάβει θα τους απελευθέρωναν.
    Σύντομα βρέθηκαν στο σημείο του θησαυρού, έχοντας μαζί τους βουτηχτές, επαγγελματίες ψαράδες μαργαριταριών στα οστρακοτροφεία του Μπαχρέιν. Αφού έκαναν τους αναγκαίους υπολογισμούς, άρχισαν τη δουλειά. Οι πρώτοι βουτηχτές, που κατέβηκαν στο βυθό, είχαν τόση τύχη, ώστε ολόκληρο το πλήρωμα άρχισε να βουτάει και για μια στιγμή το καράβι βρέθηκε σχεδόν αφύλακτο. Καθώς ακόμα και οι ναύτες ήταν απασχολημένοι με τη συγκομιδή του χρυσού, η στιγμή ήταν κατάλληλη για μια απόπειρα φυγής. Οι Άγγλοι αιχμάλωτοι είχαν πάρει κιόλας θέσεις για να εξουδετερώσουν τους λίγους Άραβες που είχαν μείνει στο καράβι, να κόψουν την άγκυρα και να σηκώσουν πανιά. Οι βουτηχτές όμως αντιλήφθηκαν έγκαιρα τις κινήσεις τους και ξανανέβηκαν στο καράβι, ματαιώνοντας έτσι το σχέδιο.
    Παρά την απόπειρα φυγής, οι Τζοασμής κρατήσανε την υπόσχεσή τους και απελευθέρωσαν τους Άγγλους, που ξεκίνησαν πεζοί προς το Μπουσίρ, ακολουθώντας την ακτή. Τράβηξαν πολλά βάσανα και στερήσεις κάθε λογής. Κανένας από αυτούς δεν
ήξερε ούτε μια λέξη από τη γλώσσα της χώρας, και καθώς τους είχαν πάρει όλα τα
χρήματα και τα περισσότερα ρούχα τους, δεν άργησαν να εξαντληθούν από την πείνα και το κλίμα. Οι πρώτοι που πέθαναν ήταν οι Ινδοί ναύτες και οι ιθαγενείς υπηρέτες. Ύστερα, ο ένας μετά τον άλλο οι Ευρωπαίοι άρχισαν να σωριάζονται στην άκρη του δρόμου και οι σύντροφοί τους βρίσκονταν στην ανάγκη να τους εγκαταλείψουν στη συμπόνια των κατοίκων. Παρ’ όλες τις δυσκολίες, οι άνθρωποι αυτοί κατόρθωσαν να διατηρήσουν το ταχυδρομείο, όταν όμως έφτασαν στο Μπουσίρ, δεν έμεναν παρά δύο άντρες, ένας αξιωματικός του εμπορικού ναυτικού και ένας ναύτης.
    Οι δύο επιζώντες καταφέρανε να φτάσουν στη Βομβάη με τα πολύτιμα γράμματα, αντί όμως να τους ευχαριστήσουν και να τους ανταμείψουν για τον ηρωισμό τους και τα βάσανα που πέρασαν, ο κυβερνήτης Ντάνκαν έδειξε μεγάλη αχαριστία και μεγάλη σκληρότητα.
    Η πιο παράξενη ιστορία της ζωής ενός ευρωπαίου είναι ασφαλώς η ιστορία του Τόμας Χόρτον. Η αφήγησή της δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1868 με τίτλο: «Η σταδιοδρομία ενός αρνησίθρησκου».
    Το 1818 η Εταιρία των Ανατολικών Ινδιών έστειλε το πολεμικό μπρίκι «Χόουπ» να αρμενίζει στον Περσικό κόλπο, για να προστατεύει το βρετανικό εμπόριο εναντίον των πειρατών και έδωσε διαταγή στην καπετάνιο του να σταματήσει στο δρόμο για να πληρώσει το ετήσιο βοήθημα στον πανίσχυρο Σεΐχη του Κισμάχ. Αυτό το τάχα βοήθημα πληρωνόταν τυπικά για τις υπηρεσίες που πρόσφερε ο Σεΐχης για την εξόντωση της πειρατείας, στην ουσία όμως ήταν χαράτσι, για να εμποδίζει να παίρνει μέρος στις πειρατικές επιχειρήσεις εναντίον των καραβιών της Εταιρίας.
    Δυστυχώς το «Χόουπ» έπεσε έξω σε ένα ύφαλο στ’ ανοιχτά του νησιού και έπαθε σοβαρές αβαρίες. Μόλις καταφέρανε να το βγάλουν στην ξηρά για να το επισκευάσουν, έφτασε μια ομάδα Αράβων στρατιωτών στην ακτή και έστειλε ένα μήνυμα στον καπετάνιο του «Χόουπ», γνωστοποιώντας του πως δεν έπρεπε να κατέβει στην ξηρά χωρίς γραπτή άδεια του Σεΐχη. Επειδή δεν υπήρχε άλλη λύση, έστειλαν οι Άγγλοι ένα γράμμα και ύστερα από τρεις μέρες έφθασε η απάντηση του Σεΐχη. Ήταν ευνοϊκή και μαζί μ’ αυτήν υπήρχε και ένα μήνυμα, που καλούσε τον καπετάνιο και τους αξιωματικούς να πάνε στην πρωτεύουσά του, για να απολαύσουν τη φιλοξενία του. Δεν τόλμησαν να απορρίψουν αυτή την πρόσκληση. Φτάνοντας στην πρωτεύουσα, έγιναν ευγενικά δεκτοί από το Σεΐχη και φιλοξενήθηκαν στο παλάτι του.
    Επειδή κανείς από τους αξιωματικούς δε μιλούσε αραβικά, όλη η κουβέντα με το Σεΐχη έγινε δια μέσου ενός διερμηνέα, και γι’ αυτό απορήσανε πραγματικά μαθαίνοντας πως αυτός που τους φιλοξενούσε ήταν Άγγλος. Όσο οι φιλοξενούμενοί του δε δοκιμάζανε να του απευθύνουν το λόγο αγγλικά, ο Σεΐχης στάθηκε η εγκαρδιότητα προσωποποιημένη.
    Έκαναν ό,τι μπορούσαν για να εξασφαλιστεί η άνεση των αξιωματικών και όταν ο Σεΐχης έμαθε πως το πλήρωμα του «Χόουπ» ήταν εκατόν είκοσι αξιωματικοί και ναύτες, έστειλε σαν δώρο στο καράβι ισάριθμες νεαρές σκλάβες. Αυτές οι κοπέλες ενθουσιάστηκαν φυσικά που απελευθερώθηκαν από τη σκλαβιά, δε συνέβαινε όμως το ίδιο με τον καπετάνιο που ξέροντας τις ζημιές που μπορεί να προκαλέσει μια γυναίκα σε ένα καράβι, αναρωτιόταν τι θα γινόταν με εκατόν είκοσι. Ωστόσο δεν τόλμησε να αρνηθεί το βασιλικό δώρο, και αφού πρόσφερε τις θερμότερες ευχαριστίε, οδήγησε τις κυρίες αυτές στη Βομβάη όπου τις ξεφόρτωσε.
    Μια σοβαρή έρευνα αποκάλυψε σιγά-σιγά την ιστορία του Σεΐχη του Κισμάχ. Όταν
συγκεντρώθηκαν όλα τα στοιχεία, βεβαιώθηκαν πως ήταν ο Τόμας Χόρτον πρώην κλέφτης, απατεώνας, πειρατής και δολοφόνος. Είχε γεννηθεί στο Νιούκαστλ το 1759 και ήταν δώδεκα χρονών όταν τον έβαλαν μαθητευόμενο σε έναν ράφτη και παντελονά. Αφού πέρασε πέντε χρόνια κόβοντας και ράβοντας ρούχα, βρήκε μια πιο γρήγορη και πιο εύκολη μέθοδο για να κερδίζει χρήματα. Μια μέρα το αφεντικό του έστειλε τον Τομ στην τράπεζα να εισπράξει μια επιταγή έξη λιρών. Ο Τομ πρόσθεσε ένα μηδενικό ύστερα από το έξη, εισέπραξε την επιταγή και πήγε τιμιότατα τις έξη λίρες στο αφεντικό του, πριν μπαρκάρει σε ένα καρβουνιάρικο που πήγαινε στη Στοκχόλμη.
    Τα χρήματα ξοδεύτηκαν γρήγορα και ο Τομ κατατάχθηκε στο σουηδικό στρατό όπου μ’ όλο που ήταν απλός στρατιώτης, τα νιάτα και η ωραία του εμφάνιση τον έκαναν ευνοούμενο της γυναίκας του λοχαγού του. Όταν πέθανε ξαφνικά ο λοχαγός, η χήρα του παντρεύτηκε τον Χόρτον, που σε λίγο ονομάσθηκε υπολοχαγός στο ίδιο σύνταγμα. Οι διαδόσεις όμως σχετικά με την αιτία του ξαφνικού θανάτου του λοχαγού πήραν τέτοια έκταση, ώστε ο Χόρτον παραιτήθηκε και έφυγε για τη Νότια Ρωσία, όπου άνοιξε μια ταβέρνα στις όχθες του Βόλγα. Από αυτήν την περιπέτεια είχε μεγάλο όφελος. Από τη μια μεριά πουλώντας αναψυκτικά στους περαστικούς ταξιδιώτες και από την άλλη κάνοντας άφθονο λαθρεμπόριο, ο Χόρτον έγινε γρήγορα πλούσιος.
    Πριν περάσει όμως πολύς καιρός, η κυρία Χόρτον αναγκάστηκε να παραπονεθεί στον άντρα της για ορισμένες απιστίες του, και αυτό κατέληξε στην ανταλλαγή ύβρεων και σε μια φοβέρα που του έκανε η γυναίκα του, πως θα τον κατήγγελλε στην αστυνομία σαν δολοφόνο του πρώτου της άντρα, αν δεν άλλαζε διαγωγή. Την ίδια νύχτα η κυρία Χόρτον εξαφανίσθηκε και ο άντρας της, για να δικαιολογήσει την ξαφνική απουσία της, διηγήθηκε πως είχε γυρίσει στη Σουηδία για να επισκεφθεί κάτι φίλους.
    Για κακή τύχη του Χόρτον, τρεις μέρες αργότερα βρέθηκε από κάτι ψαράδες ένα σακί με το πτώμα της γυναίκας του, που όπως ήταν ολοφάνερο, είχε δολοφονηθεί. Πιάστηκε και καθώς τα στοιχεία ήταν συντριπτικά, καταδικάστηκε σε θάνατο. Δωροδοκώντας πλούσια το δεσμοφύλακά του, ο Χόρτον κατάφερε να το σκάσει και πήγε στην Κριμαία, όπου ενώθηκε με μια συμμορία Ταρτάρων ληστών. Ύστερα από πολλές περιπέτειες, έκρινε φρόνιμο να φύγει από τη Ρωσία και με τριάντα χιλιάδες ρούβλια στην τσέπη του έφτασε στη Βασόρα, στο βάθος του Περσικού κόλπου, μεταμφιεσμένος σε μωαμεθανό έμπορο. Ένα προηγούμενο προσκύνημα στη Μέκκα του είχε δώσει το δικαίωμα να φοράει το σαρίκι του Χατζή, πράγμα που του εξασφάλιζε το γενικό σεβασμό. Τελικά δολοφόνησε τον κυβερνήτη της Βασόρας και υποχρεώθηκε, για να γλιτώσει το θάνατο, να τρέξει να μπει κάτω από την προστασία του Κισμάχ. Εκεί ο Χόρτον εγκαταστάθηκε, αγόρασε χτήματα και σκλάβους, έφτιαξε καράβια και ονομάστηκε ναύαρχος του Σεΐχη. Έχοντας αυτό το στόλο και εφτά δικά του καράβια, βρέθηκε επικεφαλής μιας μικρής δύναμης αρκετά χρήσιμης και άρχισε να κάνει τον πειρατή από τη μια άκρη του κόλπου ως την άλλη. Μια φορά έκανε επίθεση και κατέλαβε ένα οπλισμένο μπρίκι της Εταιρίας των Ανατολικών Ινδιών, σφάζοντας όλο το πλήρωμά του.
    Όσο έβλεπε να αυξάνεται ο πλούτος και η επιρροή του, άρχισε να φιλοδοξεί νέες τιμές. Τελικά προκάλεσε μια επανάσταση, νίκησε το Σεΐχη, που ήταν φίλος του και τον έπνιξε μα τα ίδια τα χέρια του. Ύστερα, όπως είχε ξανακάνει, παντρεύτηκε τη γυναίκα εκείνου που είχε δολοφονήσει και έδωσε διαταγή στο Διβάνι να τον ανακηρύξει Σεΐχη, πράγμα που έγινε. Ο απατεώνας λοιπόν κατάφερε να αναρριχηθεί στο ανώτατο αξίωμα. Μ’ όλο που είχε όμως μέτρια μόρφωση, αναδείχθηκε εξαιρετικός άρχοντας. Καλυτέρεψε τους νόμους της χώρας, αύξησε την αυστηρότητά τους και κατάφερε να γίνει δημοφιλής στο
λαό που κυβερνούσε. Όταν το «Χόουπ» έπεσε έξω στην περιοχή του, είχε είκοσι χρόνια βασιλιάς και όλοι παραδέχονταν πως οι υπήκοοί του τον σέβονταν και τον αγαπούσαν για τη συμπόνια και τη δικαιοσύνη του.
    Εκείνη την εποχή είχε τέσσερις γυναίκες και δέκα παλλακίδες, δεν είχε όμως παιδιά. Έκανε ζωή φανατικού μωαμεθανού και είχε απαρνηθεί την πατρική του χώρα και θρησκεία. Κανένας δεν τον είχε ακούσει να προφέρει ούτε λέξη στη μητρική του γλώσσα. Το τέλος του δεν είναι γνωστό. Το πιθανότερο είναι πως πέθανε έχοντας τα αγαθά του, ανάμεσα στην οικογένειά του και με όλες τις παρηγοριές της θρησκείας που είχε υιοθετήσει.
    Το σκάνδαλο των Τζοασμής κατέληξε να μεγαλώσει τόσο και τα παράπονα πληθήνανε σε τέτοιο σημείο, ώστε η ανώτερη διοίκηση της Καλκούτας αναγκάσθηκε να επέμβει. Ο Λόρδος Μίντο ήταν γενικός διοικητής εκείνη την εποχή και έδωσε εντολή στη διοίκηση της Βομβάης να ετοιμάσει μια εκστρατεία για τον Περσικό κόλπο. Η δύναμη που ετοιμάσθηκε το Σεπτέμβριο του 1809, κάτω από τις διαταγές του συνταγματάρχη Λάιονελ Σμιθ, ήταν σημαντική. Αποτελούνταν από δύο φρεγάτες, εννιά άλλα πολεμικά, ενάμιση σύνταγμα τακτικό στρατό και κάπου εννιά χιλιάδες ιθαγενείς στρατιώτες. Σαλπάρισε πρώτα για τη Μοσκάτη, όπου ο συνταγματάρχης Σμιθ πέτυχε τη συνεργασία των δύο ηγεμόνων του Ομάν, και ύστερα  για την πρωτεύουσα των Τζοασμής, το Ρας-αλ-Χυμά, όπου έφτασε στις 11 Νοεμβρίου. Τα στρατεύματα ξεμπαρκάρανε και διώξανε τους πειρατές με τις ξιφολόγχες. Γρήγορα κυριεύσανε την πόλη, που τους επιτρέψανε να τη λεηλατήσουν, πριν την καταστρέψουν ολότελα με τη φωτιά. Κάπου σαράντα πλεούμενα, που βρίσκονταν στο λιμάνι, καταστράφηκαν και ένα κουρσεμένο καράβι επιστράφηκε στο νόμιμο ιδιοκτήτη του. Ο στόλος σαλπάρησε τότε για ένα άλλο οχυρό των πειρατών, που είχε την ίδια τύχη.
    Ο στόλος είχε σημειώσει απίστευτη επιτυχία, αναγκάσθηκε όμως να γυρίσει από αφορμή, την αναποφάσιστη και ανόητη πολιτική της κυβέρνησης της Βομβάης, που έδεσε τα χέρια των αξιωματικών του ναυτικού και θεωρούσε τους πειρατές «σαν αθώους και αβλαβείς Άραβες», σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του διοικητή. Φυσικά πριν περάσει ένας χρόνος, οι Τζοασμής είχαν αναδιοργανώσει τους στόλους τους και βασιλεύανε πάλι σαν απόλυτοι κύριοι από τη μια άκρη του κόλπου ως την άλλη.
    Δεν τους έφτασε ούτε αυτό το αποτέλεσμα. Συγκεντρώσανε την προσοχή τους στην Ερυθρά Θάλασσα και άρχισαν να παρεμποδίζουν το εμπόριο ανάμεσα στις Ινδίες και στη Μόκα. Το 1816 αιχμαλωτίσανε τέσσερα καράβια του Σουράτ με φορτία που τα λογαριάζανε σε δώδεκα χιλιάδες ρουπίες και σφάξανε τα πληρώματα των ιθαγενών. Στάλθηκε μια εκστρατεία από τη Βομβάη για να ζητήσει αποζημίωση για το χάσιμο των καραβιών του Σουράτ, ο Σεΐχης Χασσάν του Ρας-αλ-Χυμά όμως, ύστερα από πολλές διαπραγματεύσεις, όχι μόνο αρνήθηκε κάθε αποζημίωση, αλλά και απαίτησε, σαν φυσικό δικαίωμα, το προνόμιο να λεηλατεί τα ινδικά καράβια, υποστηρίζοντας πως αν οι Άγγλοι αρχίζανε να τα προστατεύουν, δε θα έμενε τίποτε να μπορούν να κλέψουν οι Άραβες.
    Τον επόμενο χρόνο οι Τζοασμής λεηλατούσανε συστηματικά τις ακτές των Ινδιών και αιχμαλωτίζανε τα καράβια που έκαναν ακτοπλοΐα, μερικά μάλιστα σε απόσταση λιγότερο από εβδομήντα μίλια από τη Βομβάη. Είχαν ξαναγυρίσει οι ημέρες του Άνγκρια. Αυτή τη χρονιά έκαναν περισσότερες πρέζες από κάθε άλλη φορά. Ο στόλος τους είχε πάρει σημαντικές διαστάσεις. Εξήντα τέσσερα πολεμικά ντόους, καθώς και μεγάλος αριθμός μικρών πλεούμενων, με πληρώματα που συνολικά έφταναν τους εφτά χιλιάδες άντρες. Τα πιο μεγάλα ντόους είχαν γίνει φοβερά πολεμικά μέσα, με ψηλή πλώρη, που
βρισκόταν πάνω από τις κουπαστές μιας φρεγάτας, και έδιναν έτσι τη δυνατότητα στους
πειρατές να αιχμαλωτίσουν μεγάλα καράβια με την αγαπημένη τους μέθοδο του ρεσάλτου. Τα περισσότερα από τα ντόους ήταν οπλισμένα με ένα μακρύ κανόνι στην επάνω γέφυρα, που μ’ αυτό μπορούσαν να θερίζουν τα καταστρώματα των εχθρών τους.
    Η τελική συντριβή έγινε το 1819. Ο Σερ Β. Γκραντ Κέιρ τοποθετήθηκε επικεφαλής μιας μοίρας που περιλάμβανε το «Λίβερπουλ», με πενήντα κανόνια, το «Ήντεν», με είκοσι έξη, και κάπου μισή δωδεκάδα καταδρομικά της Εταιρίας. Οι δυνάμεις της ξηράς αποτελούνταν από κάπου χίλιους εξακόσιους Ευρωπαίους και χίλιους τετρακόσιους ιθαγενείς. Με το στόλο ενώθηκε ο Σεγίντ Σαέντ, ο βασιλιάς του Ομάν, που πρόσφερε τη βοήθεια τριών καραβιών της Μοσκάτης και τεσσάρων χιλιάδων Αράβων.
    Η εκστρατεία ήταν σύντομη και κατέληξε σε ολοκληρωτική επιτυχία. Η ταχύτητα που ο Κέιρ κατεδάφισε τα φρούρια και κατέστρεψε τα καράβια στην Ακτή των Πειρατών στάθηκε μια απόδειξη της εγκληματικής νωθρότητας, που είχε επιτρέψει στους πειρατές να κρατήσουν τόσο καιρό. Έγιναν πότε-πότε επιθέσεις αργότερα, οι περισσότερες όμως ήταν επεισόδια του δουλεμπορίου, που ασκούσανε οι Τζοασμής, ανάμεσα στην Αφρική και στην Ασία, και όχι συστηματικές επιθέσεις εναντίον των αγγλικών καραβιών, και ακολουθήθηκαν πάντοτε από αυστηρά αντίποινα της ρωμαλέας, τώρα, διοίκησης των Ινδιών.  

Τέλος δέκατου όγδοου μέρους.            
                  
                                                 (Δεύτερο μέρος)