Τρίτη, 24 Μαρτίου 2020

Ο πρώτος εορτασμός της 25ης Μαρτίου

Του Γιάννη Λακούτση


Στις 15 Μαρτίου 1838, με το Β.Δ (βασιλικό διάταγμα) 980 καθιερώθηκε επίσημα η 25η Μαρτίου ως εθνική εορτή «εις το διηνεκές». Το ιστορικό κείμενο του διατάγματος αυτού, που παραδόξως δεν δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αλλά στον ημερήσιο τύπο, έλεγε τα εξής: « …θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα ‘Ελληνα, δια  την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος, δια την κατ’ αυτή την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Εθνους, καθιερούμεν

την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ  και διατάττομεν την διαληφθείσαν ημετέραν Γραμματείαν να δημοσιεύση και ενεργήση το παρόν Διάταγμα». Άλλες δυο φορές στο παρελθόν επιχειρήθηκε η καθιέρωση του εορτασμού της Επανάστασης ως εθνικής εορτής. Πρώτα από τον σύμβουλο της γραμματείας Εσωτερικών και ποιητή  Παν. Σούτσο το 1834, ο οποίος με επιστολή του στην εφημερίδα « Αθηνά», γράφει: «…Καθιδρυθείσης της Μοναρχίας διατελών Υπουργικός Σύμβουλος ( δια υπομνήματος μου σωζωμένου στα αρχεία) επρότεινα την σύστασιν Εθνικής εορτής και είδους υψηλού Ολυμπιακών αγώνων, κατά την 25ην Μαρτίου, η Εθνική εορτή συνεστήθη, καλώ μάρτυρα τον Κύριον Κωλέττην».Η δεύτερη φορά ήταν ένα χρόνο μετά, από τον γραμματέα Εσωτερικών, Ιωάννη Κωλέττη,  που δεν προωθήθηκε λόγω αποχώρησής του από την Γραμματεία.Το πρωί της 25ης Μαρτίου 1838, η Αθήνα ξύπνησε με
21 κανονιοβολισμούς, αριθμός συμβολικός που συνδυάζεται με το ’21 της Επανάστασης. Άρχισαν να κτυπούν πανηγυρικά οι καμπάνες των εκκλησιών. Ψάλθηκε  δοξολογία στον τότε Μητροπολιτικό Ναό, της Αγίας Ειρήνης στην οδό Αιόλου, όπου χοροστάτησε ο επίσκοπος Αττικής Νεόφυτος Μεταξάς, που είχε πάρει μέρος στον αγώνα της Εθνεγερσίας. Στην τελετή   παραβρέθηκε και η Βασιλική οικογένεια, με τον Βασιλιά Όθωνα  να  φορά φουστανέλα.
Το απόγευμα  οργανώθηκε από το Δήμο χορός στην πλατεία των παλαιών Ανακτόρων, στην οποία συμμετείχαν και πολλοί Αγωνιστές της Επανάστασης.
Στο Λυκαβηττό νεολαίοι που κρατούσαν φαναράκια σχημάτιζαν έναν τεράστιο φωτεινό σταυρό με τις λέξεις « Εν τούτω Νίκα».
Από το υπερθέαμα αυτό που αντίκρισαν  οι Αθηναίοι, πήρε αφορμή ο ποιητής Παν. Σούτσος και έγραψε τους στοίχους(…κι ο αστήρ «εν τούτω νίκα» επανήλθεφαεινός…) για το ποίημα « Η ΚΕ ΜΑΡΤΙΟΥ  η Τα γενέθλια της Ελλάδος»


Η πρώτη σχολική παρέλαση

Οι σχολικές παρελάσεις καθιερώθηκαν το 1837, όταν έγινε υποχρεωτική η γυμναστική στα σχολεία. Στους εορτασμούς της 25ης Μαρτίου φοιτητές και μαθητές συντεταγμένοι, στεφάνωναν τους ανδριάντες των ηρώων.

Η σχολική παρέλαση σε εθνικές γιορτές ενώπιον των εκπροσώπων της Πολιτείας, καθιερώθηκε στις 25 Μαρτίου  1899 και είχε το νόημα της απόδοσης τιμών στους νεκρούς  των αγώνων του Έθνους. « Ιδιαιτέραν αίσθησιν  έκαμεν η πρώτην φοράν εφέτος γενομένη παρέλασις των μαθητών των νομαρχειακών σχολείων Αττικής κατά τετράδας βαινόντων με την ελληνικήν σημαίαν εμπρός». (ο ισχυρισμός ότι οι μαθητικές παρελάσεις καθιερώθηκαν από το καθεστώς Μεταξά, κρίνεται  αβάσιμος). Αργότερα Ελ. Βενιζέλος καθιέρωσε τις λαμπαδηδρομίες τις νυχτερινές ώρες, με τους μαθητές και φοιτητές να ψάλλουν θούρια στους δρόμους των πόλεων και των χωριών.



  Η  ΚΕ  ΜΑΡΤΙΟΥ

        η

Τα γενέθλια της Ελλάδος

               (Παν. Σούτσου)



Έχομεν είκοσι πέντε του Μαρτίου, αν δεν σφάλλω

εις το μέτωπόν σου, φως μου! Τι αδάμαντα να βάλλω;

Ελαφρότερον της πάχνης φόρεσ’ ένδυμα λευκόν,

Ω σεμνή μου ερωμένη! Ω του έαρος εικών!

Της  Ελληνικής ετέθη σήμερον αυτονομίας

Η αθάνατος κρηπίς

και παρερχομένων όλων μετ’ οργής και αθυμίας

είκοσι αιώνων δούλων επληρώθη η ελπίς.

Το συμβάν αυτό το μέγα εις την γην ήγγειλε πρώτος

με σεισμόν ο ουρανός,

το στερέωμα ηνοίχθη, κι άνωθεν ηκούσθη κρότος

κι ο αστηρ « εν τούτω νίκα» επανήλθε φαεινός.

Δια τρόμου να δεσμεύση  τας εχθράς μας ζητεί χείρας,

του θανάτου ο Σουλτάνος οδηγών τας μαύρας μοίρας.

Πατριάρχου χρυσήν μίτραν εις το μέτωπον του φέρων,

εν αγχόνη τελειούται ο Γρηγόριος ο γέρων.

Αλλ’ ως  δίκροτον, οπόταν η πυρκαϊά το ζώση

και το σκάφος του κορώση

κι εκκενούται τότε μόνα τα πολλά του πυροβόλα,

τα παράλια ομοίως της Ελλάδος βρουν όλα.

……………………………………………..

Ύδρα, τώρα χωρίς πλούτον, χωρίς πλοία και λαόν,

ομοιάζεις πυροβόλον εύκαιρον και παλαιόν.

Και ο όλμος σου δεν φέρει ούτε κρότος ούτε κλόνον

με την βόμβαν που αφήκεν, αφού έθραυσε έναν θρόνον

Αλλ’ ω πρόκριτοι της Υδρας! Ω Κολόμβοι και της μιάς

και της άλλης οικουμένης!

Ποίος τότε, ποίος δαίμων αγαθής μας ειμαρμένης.

Ελλάς τώρα να ζης πρέπει χωρίς δόξαν, χωρίς φώτα,

κι εις τα μόνα καυχημένη μεγαλεία σου τα πρώτα.

Να ζητεύης τώρα πρέπει στων τριών αυλών τας θύρας,

ως πτωχή και τυφλή κόρη με την ράβδον εις τας χείρας.

Κολοβός από τας μάχας κι άφωνος ο Έλλην πρέπει

τα παρόντα του να βλέπει,

Ως αύται του Παρθενώνος αι κατάθραυστοι εικόνες

τας οποίας σιωπώσας όλοι βλέπουν οι αιώνες.



Πηγές:  εφημ. Αθηνά 30/10/1843, Εμπρός 26/3/1899,

Παν. Σούτσου «Ποιήματα», Real news