Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Αθανάσιος Διάκος: 205 χρόνια από την ηρωική του θυσία στην Αλαμάνα

 


Αθανάσιος Διάκος: 205 χρόνια από την ηρωική του θυσία στην Αλαμάνα

 

Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου

Η αφορμή 

Αφορμή για τη σύντομη παρουσίαση της ζωής του ήρωα Αθανασίου Διάκου στάθηκαν δύο γεγονότα: Η συμπλήρωση 205 χρόνων από τον μαρτυρικό θάνατό του (23 Απριλίου 1821) αλλά και ο εξαιρετικός πίνακας που φιλοτέχνησε ο εκλεκτός καλλιτέχνης και φίλος,Δημήτρης Καπόγιαννης. Το έργο αυτό, που πλέον κοσμεί το Μουσείο Παιχνιδιών Ερμιόνης, μας καλεί να ξαναδούμε την πορεία του εθνομάρτυρα μέσα από τους θρύλους που τον συνοδεύουν και την ιστορία.

Η οικογένειά του

Ο Νίκος Μασαβέτας, με καταγωγή από τη Μουσονίτσα,με τη σύζυγό του Χρυσούλα Καφούρου, εγκαταστάθηκαν στην Αρτοτίνα της Δωρίδας (Φωκίδα)και απόκτησαν πέντε παιδιά: τη Σοφία, την Καλομοίρα, τον Αποστόλη, τον Κώστα και τον μικρότερο όλων, τον Θανάση. Σε ηλικία μόλις 10 ετών ο Θανάσης αρρώστησε βαριά από πνευμονία. Όταν τα γιατρικά της εποχής απέτυχαν και κινδύνευε η ζωή τουη μητέρα του τον έταξε στο Μοναστήρι του Αϊ-Γιάννη του Προδρόμου,που βρισκόταν περίπου δύο χιλιόμετρα έξω από την Αρτοτίνα. Το θαύμα δεν άργησε να γίνει και μέσα σε τρεις ημέρες ο Θανάσης ανάρρωσε. Με τον νέο χρόνο (1799) ο εντεκάχρονος πια Θανάσης φόρεσε το ράσο και το καλογεροσκούφι και ξεκίνησε τη νέα του ζωή στο φτωχικό μοναστήρι, εκπληρώνοντας το τάμα της μητέρας του

Η ζωή του στο Μοναστήρι

Στο Μοναστήρι του Αϊ-Γιάννη ο νεαρός Θανάσης έμαθε τα πρώτα του γράμματα κοντά στον μοναχό Αβέρκιο. Λέγεται, μάλιστα, πως ήταν ιδιαίτερα καλλίφωνος και διακρινόταν στην ψαλμωδίαΧρόνια είχε να ακουστεί τέτοια φωνή, έλεγαν οι παλαιότεροι καλόγεροι. Στο Μοναστήρι, σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς

νόμους,έλαβε το όνομα Άνθιμος. Μετά από πέντε χρόνια παραμονής, χειροτονήθηκε Διάκονος από τον Δεσπότη Ανανία

Ο Διάκος στα λημέρια των κλεφτών

Σε μια γιορτή στο Μοναστήρι ο μοναχός Άνθιμος γνώρισε τον Τσάμη Καλόγερο, φημισμένο πρωτοκλέφτη.Θαύμασε την παλικαροσύνη του και όταν του δόθηκε η ευκαιρία τον αναζήτησε στα λημέρια του στα Βαρδούσια όρη. Μετά από σύντομη κουβέντα «ο Άνθιμος» τάχθηκε ως κλέφτης στον νταϊφά του και πήρε ξανά το κοσμικό του όνομα. «Αθανάσιο Διάκοέτσι θέλω να μεφωνάζετε», δήλωσε στους συναγωνιστές του κρατώντας το αξίωμά του ως το νέο του επώνυμο. Πέρασε, επίσης, και από τον νταϊφά του Σκαλτσοδήμου ο Διάκος αλλά μια παρεξήγηση, που πιθανότατα αφορούσε γυναίκα, τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τη Δωρίδα και να βρεθεί στην αυλή του Αλή Πασά στα Γιάννενα. Εκεί γνωρίζεται με σημαντικούς καπεταναίους, τον Καραϊσκάκη τους Τζαβελαίους και άλλους και συνδέεται φιλικά με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. 

Στο αρματολίκι του Ανδρούτσου 

Το 1817 εγκαθίσταται στη Λιβαδειά στο αρματολίκι του Ανδρούτσου, που τον έκανε αμέσως πρωτοπαλίκαρό του. Εκείνη την περίοδο αρραβωνιάστηκε τη Ρωξάνη (Ρόζα) Φίλωνα. Μετά την αποχώρηση του Ανδρούτσουανήμερα του Αγίου Δημητρίου του 1820, ο Διάκος διορίστηκε καπετάνιος της Λιβαδειάςόπως αναφέρεταιστο διασωθέν «χαρτί του διορισμού του». Παράλληλα ανέλαβε και το αρματολίκι της Αταλάντης. Ο ίδιος δεν επιδίωκε τα αξιώματα, του ήταν, όμως, απαραίτητα για την οργάνωση της Επανάστασης που πλησίαζε. 

Η έναρξη της Επανάστασης

Στις αρχές του Μάρτη του 1821 ο καπετάν Θανάσης Διάκος συναντά μυστικά στο Μοναστήρι του Οσίου Λουκά τον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐαμε σκοπό να συζητήσουν για τον ξεσηκωμό. Αφού οι δύο άνδρες συμφώνησαν σε όλα, ο Ησαΐας έφυγε για τα Σάλωνα και ο Θανάσης Διάκος με τα παλικάρια του για τη Λιβαδειά. 

Στις 27 του Μάρτη, οι δύο άντρες ξανασυναντιούνται στο Μοναστήρι του Οσίου Λουκά, που γεμάτο από καλόγερους και παλληκάρια του Διάκου, μεταμορφώνεται στην Αγία Λαύρα της Ρούμελης και ο Σαλώνων Ησαΐας αναδεικνύεται στον Παλαιών Πατρών της Στερεάς Ελλάδας. Η επανάσταση στη Ρούμελη κηρύσσεται επίσημα και ο Διάκος επικεφαλής αγωνιστών, τη νύχτα της 28ης Μαρτίου, κινείται προς τη Λιβαδειά. Μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων με τους Τούρκους, η πόλη και το κάστρο της περνούν στα χέρια των Ελλήνων.

Η μάχη της Αλαμάνας

Η κατάσταση, ωστόσο, μεταβλήθηκε υπέρ των Τούρκων,όταν έφτασαν στο Λιανοκλάδι οι δύο πασάδες, ο ΚιοσέΜεχμέντ και ο Ομέρ Βρυώνης, με πανίσχυρη στρατιά οκτώ χιλιάδων (8.000) ανδρών. Η μάχη της Αλαμάνας της 23ης Απριλίου έληξε με νίκη των Τούρκων. Στην κρίσιμη φάση της ο Διάκος σαν άλλος Λεωνίδας, αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη θέση του. Με απαράμιλλη ανδρεία και έχοντας στο πλευρό του μια χούφτα παλληκάρια, συνέχισε να μάχεται ακόμα και τραυματισμένος, μέχρι που έπεσε αιχμάλωτος στα χέρια των εχθρώνΗ θυσία των διακοσίων (200) περίπου Ελλήνων, που έπεσαν στο πεδίο της μάχης,παραλληλίστηκε με εκείνη των τριακόσιων (300) Σπαρτιατών του Λεωνίδα.

Η ηρωική του θυσία 

Αιχμάλωτος πια ο Διάκος, ανήμερα του Άη Γιώργη, σύρθηκε στη Λαμία «έμπροσθεν των ηγεμόνων», που αδίσταχτα του ζήτησαν να αλλαξοπιστήσει τάζοντάς του δώρα, αξιώματα και τιμές. Εκείνος περήφανα απάντησε: «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω». Η καταδίκη του ήταν θάνατος με ανασκολοπισμό! Και όταν εκτέλεσαν το έργο τους «εβλασφήμουν αυτόν», τον χλεύαζαν και τον χτυπούσαν με τον βούρδουλά τους. Με ξεψυχισμένη φωνή ζήτησε λίγο νερό, όπως Εκείνος είπε «Διψώ» και εντός ολίγου «αφήκε το πνεύμα του». Οι συμπτώσεις συγκλονίζουνΚαι οι δύο ήταν μόλις τριάντα τριών χρόνων. Και οι δύο υπέστησαν τον πλέον ατιμωτικό θάνατο στον ανθό της ηλικίας τους, την εποχή που «ανθίζουν τα κλαριά και βγάνει η γη χορτάρι». Την επόμενη ημέρα στην είδηση του μαρτυρικού θανάτου του Διάκου προστέθηκε η είδηση της θυσίας του Δεσπότη Σαλώνων Ησαΐα, του πρώτου ιεράρχη που έπεσε στο πεδίο της μάχης κατά τη διάρκεια του Αγώναπροκαλώντας συγκίνηση και βαρύτατο πένθος στους χριστιανούς.

Την πολεμική δράση του Διάκου, τον πατριωτισμό, την ανδρεία και τέλος τον μαρτυρικό του θάνατο η λαϊκή μούσα τα έκανε τραγούδι πλέκοντας ένα στεφάνι δόξας που μένει αμάραντο στο πέρασμα των αιώνων.

Του Διάκου το τραγούδι

Τρία πουλάκια κάθονταν ψηλά στη Χαλκομάτα

τονα τηράει τη Λιβαδειά και τ’ άλλο το Ζητούνι.

Το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει:

Σκυλιά κι αν με σουβλίσατε ένας Γραικός εχάθη,

ας ειν ο Δυσσέας καλά κι ο καπετάν Νικήτας,

που θα σας σβήσουν την Τουρκιά κι όλο σας το ντοβλέτι.

Το πορτρέτο του ήρωα

Αν και καμιά αυθεντική εικόνα του Διάκου δεν διασώθηκε, η μορφή του έμεινε ζωντανή χάρη στην περιγραφή του εξαδέλφου και συμπολεμιστή του,Γεράντωνου (Αντώνη Κοντουσόπουλου). Ο Διάκος είχε ανάστημα μέτριο, γύρω στο 1,70 μ. Το πρόσωπό του ήταν λευκό με ροδαλή χροιά ενώ τα καστανόμαυραμάτια του είχαν ένα ιδιαίτερο, ελαφρώς λοξό βλέμμα. Τα μακριά μαλλιά, τα φρύδια και το κατσαρό του μουστάκι ήταν κατάμαυραΦορούσε το μικρό του φέσι, χωρίς δίπλες, ελαφρώς στραβά, χρυσό κεντητό γιλέκο, φουστανέλα ολόλευκη, κάλτσες γονατιστές και πλεχτά τσαρούχια. Όλα επάνω του, η κορμοστασιά και το περπάτημά του, εξέπεμπαν περηφάνια

Πίσω, ωστόσο, από την παλικαρίσια εμφάνιση κρυβόταν ένας άνθρωπος ταπεινός και δίκαιος. Πρόσχαρος και φιλότιμος μιλούσε με γλυκύτητα  στους στρατιώτες του. Γι’ αυτό κι εκείνοι τον λάτρευαν και τον υπάκουαν με όλη τη δύναμη της ψυχής του. 

Ο Διάκος στο Θέατρο Σκιων: Μια παιδική ανάμνηση

Ανασύροντας μνήμες από τα παιδικά μου χρόνια στην Ερμιόνη, θυμάμαι, πως η πιο αγαπημένη παράσταση του «φιλοθεάμονος κοινού», κάθε ηλικίας, ήταν πάντα «Η μάχη της Αλαμάνας και ο θάνατος του Αθανασίου Διάκου». Είτε στην αίθουσα του «Τροκαντερό», όπου έπαιζαν οι επαγγελματίες Καραγκιοζοπαίχτες, είτε στις αυλές των σπιτιών, όπου εμείς, τα παιδιά, στήναμε τις δικές μας «παραστάσεις», το κοινό ήταν πάντα εκεί, καθηλωμένοΚαι καθώς η επιβλητική φιγούρα του Διάκου πρόβαλλε στον φωτισμένο μπερντέ,  «αιχμαλώτιζε» τα βλέμματα όλων μας...

Ένα νέο όμορφο παλληκάρι με τα μαλλιά του να πέφτουν ελεύθερα στους ώμους και την ολόλευκη πολύπτυχη φουστανέλα του να ανεμίζει! Στο προτεταμένο του χέρι κρατούσε πάντα όρθιο το γιαταγάνι, έτοιμος για τη μάχη. Όσο εξελισσόταν η παράσταση, η συγκίνηση του κόσμου κορυφωνόταν. Στις τελευταίες σκηνές επικρατούσε «άκρα σιωπή». Τηστιγμή που ο ήρωας άφηνε την τελευταία του πνοή, μια άλλη φιγούρα εμφανιζόταν: η Ελλάδα, με τη μορφή αγγέλου, πλησίαζε για να δαφνοστεφανώσει τον Εθνομάρτυρα. Ταυτόχρονα ο Εθνικός Ύμνος πλημμύριζε τον χώρο και όλοι, μικροί και μεγάλοι, ξεσπούσαν σε χειροκροτήματα, ενώ τα φώτα χαμήλωναν αργά, σφραγίζοντας το τέλος της παράστασης

Μια απρόοπτη στιγμή στο «Τροκαντερό»

Το φινάλε της παράστασης ήταν πάντα ευρηματικό, όμως μια χρονιά στο «Τροκαντερό» έμεινε αξέχαστη. Καραγκιοζοπαίχτης ήταν ο Σωτήρης Σπαθάρηςο πατέρας του ΕυγένιουΟ κυρ - Σωτήρης, έτσι τον ξέραμε, είχε αδυναμία στο κρασί, το οποίο φαίνεται ότι τον ενέπνεε. Εκείνο το βράδυ, ενώ γινόταν η μάχη της Αλαμάνας και το κοινό ήταν καθηλωμένο, ακούστηκε μια βροντερή φωνή. 

− Βρε τον κερατά! Ακόμα και σήμερα που παίζει πατριωτικό έργο, μεθυσμένος έχει έρθει! Ήταν ο Βαγγέλης, ένας σωματώδης εργάτης του λιμανιού, που αντιλήφθηκε από τις ατάκες και το κέφι του Σπαθάρηπως το κρασάκι είχε κάνει πάλι το θαύμα του!

Ιστορικά Τεκμήρια

Για τη σύνταξη του αφιερώματος στον Αθανάσιο Διάκο αντλήθηκαν στοιχεία από τα παρακάτω τεκμήρια.

− «Αθανάσιος Διάκος»Λόγος πανηγυρικός εκφωνηθείς την 26η Μαρτίου 1894…υπό Χ.Α. Ηλιοπούλου, Εν Αθήναις, 1895.
− «Ο Αθανάσιος Διάκος», τραγωδία εις τρεις πράξεις, Εν Αθήναις, 1859.
− «Βίοι παράλληλοι», υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, τόμος Η΄, Ήρωες της Στεριάς,  Εν Αθήναις, 1876.
− «Τα προεόρτια του Ελληνικού Αγώνος - ο Αθανάσιος Διάκος», υπό Παναγιώτη Συνοδινού, Πάτραι, 1862.
− «Ανάλεκτα», Έκδοση της Κεντρικής Επιστασίας για την ανέγερση του κενοταφίου του ήρωα Αθανασίου Διάκουτευχ. Α, Αθήνησι, 1876.
− «Ο Θανάσης Διάκος στην Τέχνη», της ΕυθυμίαςΠαπασπύρου, (ΙΕΕΕ), Αθήνα.
− «Ο ήρωας της Αλαμάνας», του Τάκη Λάππαεκδ. Πεδίου, Αθήνα, 2021.

Μνημεία και Τέχνη

 

Η θυσία του Αθανασίου Διάκου παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα μέσα από την τέχνη και τον δημόσιο χώρο. Έχουν στηθεί μνημείο στην Αλαμάνα, ανδριάντας και προτομές στη Λαμία αλλά και στο Πολεμικό Μουσείο. Μεγάλοι δημιουργοί, όπως ο Μόραλης, ο Θεόφιλος και ο Σπαθάρης, τον αποθανάτισαν στους πίνακές τους και μοναδικά γλυπτά στο Μουσείο Φαλτάιτς και λιθογραφίες στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, απεικονίζουν τη μορφή του.

Επίσης στην Πλάκα, επί της οδού Επιμενίδου 5,βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου, πλησίον του μνημείου του Λυσιστράτους. Στην είσοδο του ναού μια εντοιχισμένη πλάκα θυμίζει στους περαστικούς, ότι, σύμφωνα με την παράδοση, εκεί διακόνησε ο Αθανάσιος Διάκος, χωρίς, ωστόσο, να αναγράφεται χρονολογία.