Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Καλή Ανάσταση !


Πίνακας της Ανθούλας Λαζαρίδου Δουρούκου 

ΕΞΟΔΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ Του Γιάννη Λακούτση


 ΕΞΟΔΟΣ  ΤΟΥ  ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

Στο  Μεσολόγγι  Αγαρηνοί; Διώξτε  τους  παλληκάρια!

τ’ασκέρι  από  το  κάστρο  σας, το  στόλο  απ’  το  γιαλό.

Τη  ναυαρχίδα  με  τριπλά  κανόνια  και  ζωνάρια

Κι  αυτόν  τον  καπετάν  πασά  θα  κάψω  με  καλό.

ΚΙ  αν  διπλαρώσω  μια  φορά  και  το  μπουρλότο  ανάψω

Με  φλόγες  τ’ όνομά  μου  εγώ  στην  πρύμνη  της  θα  γράψω.

Β. Ουγκώ

 

Τη νύχτα μεταξύ 10ης και  11ης  Απριλίου του  1826,  ύστερα  από  12  μήνες  πολιορκίας, οι  έγκλειστοι  Μεσολογγίτες  πραγματοποιούν  ηρωική  έξοδο.  Τα  πυρομαχικά  και  τα  τρόφιμα  είχαν  τελειώσει  προ  πολλού. Η  μόνη  επιλογή  ήταν  προσπάθεια  διαφυγής  ανάμεσα  σε  χιλιάδες  ένοπλους  άνδρες  του τουρκοαιγυπτιακού στρατού. Αυτή  ήταν  η  δεύτερη  πολιορκία  που  βίωνε  το  Μεσολόγγι,  που  είχε  επαναστατήσει  ενάντια  στον οθωμανικό  ζυγό  στις  20  Μαΐου  1821. Η πρώτη  πολιορκία  τέλη  του  1822,  διήρκησε  λίγους  μήνες  και  κατέληξε  με  ήττα  των  Τούρκων. Λεπτομέρειες  για  τη δεύτερη ηρωική έξοδο πληροφορούμαστε  από  τον  Τύπο της  εποχής.( ΓΕΝΙΚΗ  ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 26, 29 Μαΐου και  2 Ιουνίου 1826).  Πρόκειται για  συγκλονιστικές  μαρτυρίες  φρίκης,  όσων  επέζησαν εκείνη  τη  νύχτα:  

Περί  των  τελευταίων  στιγμών  του  Μεσολογγίου                                                                   και  της  ηρωικής  αναχωρήσεως  της φρουράς.

Αι τροφαί  είχαν  αρχίσει  προ  ημερών  βαθμηδόν  να  ελαττούνται,  εως  ότου  εξέλιπον  διόλου  περί  τας  25  του  Μαρτίου.  Κατ’ εκείνας  τας  ημέρας  έφθασε  και  η  παρά  του  ναυάρχου  Μιαούλη  διοικουμένη  μοίρα  και  επροσπάθει  να  ανοίξη  την  λίμνην,  δια  να  εμβάση  τροφάς,  αλλ’  ο  εχθρός  είχε  προκαταλάβει  όλας  τας  εισόδους,  κατασκευάσας  επ’ αυτών  κανονοστάσια,  τα  οποία  κατέσταινον  αδύνατον  την   εισχώρησιν  των  βαρκών  του  στόλου  μας,  όστις,  ων  ολιγάριθμος  και  μη  έχων  ικανούς  ναύτας,  δεν  εδύνατο  να  αποχωρίζεται  πολύν  καιρόν  από  αυτάς… Άρχισε  λοιπόν  (σ.σ. η φρουρά)  να  τρέφεται  με  κρέατα ίππων,  μουλαρίων,  όνων,  σκύλων,  γατών,  ποντικών,  με  καβούρους  της  θαλάσσης,  τους  οποίους  ηγόραζον  ακριβά,  πυροβολούμενοι από  τα  λαντζόνια  του  εχθρού,  και  τελευταίον  με  αρμύρας,  φυτά  φυόμενα  παρά  την  λίμνην,  τα  οποία  αδυνάτιζαν  έτι  μάλλον  τους τρώγοντας,  ερεθίζοντα  την  κένωσιν. Εις  τοιαύτην  κατάστασιν  πολλοί  των  ασθενών  απέθνησκον,  και  άλλοι  δια  την  ακαθαρσίαν  της  τροφής,  ή  την  παντελή  στέρησιν,  έπιπτον  λιποθυμημένοι  κατά  γης...Κατά  δυστυχίαν  ένας  βούλγαρος ή  Σέρβος,  εξελθών  εκ  της  φρουράς,  αυτομόλησε  προς  τους  εχθρούς  και  εφανέρωσε  και  τον  σκοπόν  και  το  σχέδιον,  και  την  ημέραν  της  εξόδου. Ως  τρείς  χιλιάδες  εσυμποσούντο  οι  στρατιώται  της  φρουράς  ομού  με  τους  ασθενείς,  οίτινες  εδύναντο  οπωσούν  βοηθούμενοι  να  κινηθώσι  και  να  σωθούν  από  τον  κίνδυνον,  ως  χίλιοι  οι  εργάται  και  άλλοι  μη  ικανοί  δια  τα  άρματα,  και  υπέρ  τας  πέντε  χιλιάδας  τα  γυναικόπαιδα.  Οι  ασθενείς  και  πολλοί  άλλοι  αδύνατοι είχαν  απόφασιν,  εάν  έβλεπον  δύσκολον  και  την  στιγμήν  εκείνην  το  επιχείρημα,  να  καώσι  μέσα  εις  τα  οσπίτια,  και  πολλοί  γέροντες  και  γυναίκες  με  τα  παιδία των  δεν  εφρόντιζαν  τίποτε  άλλο,  ειμή πως  να  μη