Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ...



ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ... 
Με αφορμή την επέτειο των 115 χρόνων από τον θάνατο του Γεωργίου Ιω. Μίληση, ακολουθεί η δεύτερη αναφορά μας στον επιφανή πολιτικό της Ερμιονίδας.
Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΜΙΛΗΣΗΣ
(1824 – 1898)
Ο θάνατος του Γεωργίου Μίληση προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση στο πανελλήνιο. Από την έρευνά μας διαπιστώσαμε ότι οι σημαντικότερες εφημερίδες των Αθηνών, όλων των πολιτικών χώρων, αναφέρθηκαν με ξεχωριστό σεβασμό στο θλιβερό γεγονός του θανάτου (5-12-1898) και της κηδείας του που έγινε την επόμενη ημέρα. Προκαλούν μεγάλη εντύπωση οι εγκωμιαστικές αναφορές στην προσωπικότητα του Γ.Μ. και η καθολική αναγνώριση της αξίας του, ενώ ταυτόχρονα τα κείμενά τους αποτελούν σημαντικές πηγές για τη ζωή του. Ας δούμε ορισμένα από αυτά.
ΠΡΩΙΑ»  «Μετά λύπης αναγγέλομεν τον χθες επισυμβάντα θάνατον του τ. Υπουργού και αρχαίου πολιτευομένου εκ της επαρχίας Ερμιονίδος Γ.Μ.».
«ΚΑΙΡΟΙ» «Εκηδεύθη χθες παρακολουθήσαντος πλήθους πολλού και μετά στρατιωτικών τιμών ο Γ.Μ. Στέφανοι αρκετοί κατατέθηκαν επί της σορού, αλλά, δεν είχεν ανάγκη ο Γ.Μ. επικηδείων τιμών, ίνα γνωσθή η αξία του και το όνομά του. Ζημία αληθώς δια την επιστήμην, ότι, ασχοληθείς με την πολιτικήν και το δικηγορικό επάγγελμα δεν επεδίωξε θέσιν καθηγητού της Νομικής Σχολής, όπου θα παρείχεν αξιοσημείωτους υπηρεσίας και θα εδημιούργει εν τη επιστήμη όνομα περηφανές… Δεν έχει το έθνος πολλούς νομομαθείς ως τον Γ.Μ., ουδέ ρήτορα κοινοβουλευτικόν αντάξιον αυτού διά την ευγλωττίαν, την γλωσσικήν ακριβείαν, την οξύνοιαν, τον πλούτον των επιχειρημάτων και των ιδεών του».
«ΤΟ ΑΣΤΥ» Δημοσίευσε το αγγελτήριο της κηδείας του, από το οποίο πληροφορούμεθα την οικογενειακή του κατάσταση.

ΚΗΔΕΙΑ
Τον προσφιλή ημών σύζυγον, πατέρα και αδελφόν.
ΓΕΩΡΓΙΟΝ  ΜΙΛΗΣΗΝ
αποθανόντα χθες, κηδεύομεν σήμερον Κυριακήν, ώραν 3η  μ.μ. εκ της οικίας του κειμένην επί της οδού Κολοκοτρώνη αρ.32 εις τον ναόν της Μητροπόλεως.
Εν Αθήναις, τη 6η Δεκεμβρίου 1898.
Η τεθλιμμένη σύζυγος Μαριγώ Γ. Μίληση
Τα τέκνα
Νικόλαος, Κωνσταντίνος, Αναστάσιος
Ο αδελφός
Νικόλαος Ιω. Μίλησης
«ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ»  Στο φύλλο της 6ης Δεκεμβρίου η εφημερίδα
αναγγέλοντας το θάνατο του Γ.Μ. δημοσιεύει εγκωμιαστικό λόγο για τον άνδρα, ενώ στο φύλλο της επομένης, της 7ης Δεκεμβρίου, αναφερόμενη στα της κηδείας του, σημειώνει:
«Μετ’ επιβλητικής πομπής και μεγαλοπρέπειας ετελέσθη χθες η κηδεία του διαπρεπούς πολιτικού και δικηγόρου Γεωργίου Μίληση. Ο οίκος αυτού κατεκλύζετο καθ’ όλην την ημέραν υπό πλήθος φίλων και γνωρίμων προσερχομένων ίνα καταθέσωσι τον τελευταίον φόρον τιμής.
Περί την 2αν μ.μ. μετέβησαν και οι υπουργοί κ.κ. Κόρτας, Μομφεράτος και Τριανταφυλλάκος και άλλοι πολιτικοί άνδρες, εν οις διεκρίνοντο ο κ. Καραπάνος, ο κ. Ράλλης, ο κ. Ευταξίας.
Κόσμος πολύς παρηκολούθησε την κηδείαν, καθ’ ην διλοχία πεζικού απέδωκε τας νενομισμένας εις το παράσημον το οποίον έφερε τιμάς. Η πομπή παιανιζούσης της μουσικής της φρουράς έφθασε διά των οδών Κολοκοτρώνη, Αιόλου και Ερμού εις τον Ναόν της Μητροπόλεως, ένθα εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Ζακύνθου. 
Μετά το τέλος της ακολουθίας διερμηνεύων την οδύνην της ιδιαιτέρας του Μίληση πατρίδος Κρανιδίου και εν γένει της επαρχίας Ερμιονίδος ο συμπολίτης αυτού αρχισυντάκτης της «Ακροπόλεως» κ. Εμμανουήλ Ρέπουλης εξεφώνησεν επικήδειον.
Εκείθεν η πομπή εξηκολούθησε τον δρόμον της εις το Νεκροταφείον, ένθα υπό τους θρήνους των παρισταμένων ετάφη ο υπέροχος ανήρ».
Δημοσιεύουμε ολόκληρο τον επικήδειο λόγο από το με αρ. 6017 φύλλο της εφημερίδας.
ΤΩ  ΓΕΩΡΓΙΩ  ΜΙΛΗΣΗ
ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ
ΥΠΟ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΕΠΟΥΛΗ
(Αρχισυντάκτου της «Ακροπόλεως», εκφωνηθείς εν τω ναώ της Μητροπόλεως την 6ην  Δεκεμβρίου). 
«Άλλη επ’ άλλην παρέρχονται αφ’ ημών αι μεγάλαι μορφαί του πολιτικού ημών κόσμου, άλλος επ’ άλλον εκλείπουσιν οι πολιτικοί άνδρες ων το πνεύμα και η δύναμις δυσπλήρωτον αφήνουσι κενόν. Ούτε γεννάται μόνον εν τη επαρχία Ερμιονίδος το εκ του θανάτου του Μιλήση κενόν, ην την αμύθητον οδύνην διερμηνεύω, θρηνούσης την απώλεια του εξοχωτέρου αυτής τέκνου. Υπήρξε και της Ελλάδος όλης τέκνον επιφανές ο Γιώργος Μίλησης, υψώσας εαυτόν παρά τους πρωταθλητάς εκείνους της πολιτικής, ων το Πάνθεον θα πρόκειται εν τη ιστορία αψευδές μαρτύριον της ελληνικής ευφυΐας. Τούτο δε το θαυμαστότερον εν τη μελέτη του βίου των πολιτικών ημών ανδρών της γενεάς του Μίληση. Υστέρει τότε μάλιστα εν Ελλάδι η ειδική πολιτική ανατροφή και παίδευσις. Αν περί των μεγάλων ανδρών ελέχθη ότι το παν εν αυτός η μελέτη και η σπουδή, οι εν Ελλάδοι πολιτικοί άνδρες ανεδείχθησαν σχεδόν το όλο διά της φυσικής αυτών ευφυΐας, και τα προνόμια της φύσεως ανεπλήρωσαν την τε ειδικήν παίδευσιν και το ηθικόν περιβάλλον, το ευρύτατον εν ταις μάλλον ημών προηγμέναις Πολιτείαις, υφ’ ο ευκολώτερον διαπλάττεται η πολτική διάνοια.
Των προνομίων της φύσεως δημιούργημα υπήρξε και ο Γεώργιος Μίλησης. Εκ της ιδίας μόνον διανοίας εξώρμησεν η υπεροχή αυτού, και μόνος μορφώσας αυτός εαυτόν, προήλθεν ορμητικός εις το στάδιον των πολιτικών αγώνων πεποιθώς επί την διάνοιαν αυτού, και επέβαλε ταύτην, πεποιθώς επί την γνώσιν αυτού, και εκλείσθη επί ταύτη.
Δεκαοκταετής ενεγράφη εν τη Νομική σχολή ελθών εκ Χάλκης ένθα επεράτωσε τας γυμνασιακάς σπουδάς αριστεύσας. Αλλά το πνεύμα του ζωηρού νεανίου δεν έφθανε να καταπονή η μελέτη του Δικαίου, ο δε αριστεύς της Σχολής εδόθη έκτοτε και εις φροντίδας πολιτικάς και δημοσιογραφών εκήρυττε τας άκρως φιλελευθέρους ιδέας υφ’ ων πάσα ευγενής καρδία πάλλεται κατά το σφρίγος της νεότητος.
Πρωτοδίκης μετ’ ου πολύ επί του υπουργείου της κατοχής εκινδύνευσε την ζωήν αυτού εις την επαρχίαν Θηβών και Λεβαδείας ένεκα του σφοδρού ζήλου ον ανέπτυξε καταδιώκων τους υποθάλποντας την ληστείαν και μόλις ηδυνήθη να σωθή εις Χαλκίδα, οπόθεν επέστρεψεν εις Αθήνας επιβάς αλιευτικού πλοιαρίου. Αλλ’ η φύσις η πολιτική δεν συνεκρατείτο εντός των ορίων της δικαστικής δράσεως, και ο Μίλησης παραιτείται της δικαστικής θέσεως και επανέρχεται εις την δικηγορίαν. Και την δικηγορίαν όμως παραιτεί κατόπιν ο διαπρεπής δικανικός και επιστρέφει εις το προσφιλές αυτώ δημοσιογραφικόν στάδιον. Το πολιτικό δαιμόνιο ωθεί αυτόν προς τα πρόσω, και το φιλελεύθερον φρόνημα εδυσφόρει υπό την καταθλιπτικήν εξουσίαν της τότε Βασιλείας.
Κρατών ως σημαίαν τον «Τύπον» -ως ωνόμασεν ην συνέτασσεν εφημερίδα- προήλθε κήρυξ των ιδεών αυτού θαυμαζόμενος και επευφημούμενος, κατακτά δε την φιλίαν του αειμνήστου Κουμουνδούρου, εκπλήκτου προ του νέου ανατέλλοντος πολιτικού αστέρος. Αλλ’ ο «Τύπος» παύει μη κατισχύων της χρηματικής απορίας και ο Μίλησης διορίζεται εν Κωνσταντινουπόλει πάρεδρος δικαστής, ίνα και ταύτην την θέσιν κατόπιν παραιτήση επανελθών και ζητήσας τας ψήφους των συμπολιτών του. Υποχθόνιος βοή διέσειε τότε τον Θρόνον. Ο Όθων ζητεί παρά του Μίληση να υποστηρίξη την Κυβέρνησιν, αλλά το υπερήφανον του νεαρού πολιτευτού φρόνημα δεν θαμβούται προ της αίγλης του Θρόνου, κατέρχεται δε εις τον αγώνα πάλλων την σημαίαν της φιλελευθέρου αντιπολιτεύσεως.
Την υπερηφάνια του φρονήματος επλήρωσε δι’ αποτυχίας. Η αυθαίρετος βία της εξουσίας ματαιοί την αληθή ψήφον της επαρχίας Ερμιονίδος. Και ο αποτυχών υποψήφιος επανέρχεται εις Κωνσταντινούπολιν ίνα δικηγορή. Αλλ’ οι τριγμοί του κλονιζομένου θρόνου απηχούν ήδη επιφοβώτερον εις την Ναυπλιακήν επανάστασιν. Ουδείς και ουδέν δύναται πλέον να κρατήση τον Μίλησην μακράν των Αθηνών. Δεν επρόφθασεν όμως ούτε ν’ αποβιβαστή εν Πειραιεί παραιτήσας γραφείον και δικογραφίας και πελατείαν πολλήν και μεγάλην, και οδηγείται εις τας φυλακάς, εκείθεν δε εις εξορίαν! Μάταια μέτρα ίνα στερεωθεί η Βασιλεία εκείνη. Η βία ουδέποτε κατισχύει του εθνικού φρονήματος, χείρον δ’ έτι όταν ενασκήται υπό Βασιλέων. Σφοδρότερον εκρήγνυται κατόπιν το συμπιεζόμενον πνεύμα, ουτ’ εγνώρισαν οι Λαοί οι σώζοντες ελεύθερον φρόνημα τοιαύτην ποτέ ήτταν. Η Μεταπολίτευσις συντελείται μετ’ ολίγον και ο Μίλησης παρίσταται εις την εθνική Συνέλευσιν ως πληρεξούσιος Ερμιονίδος.
Το εθνικόν βήμα υψοί ήδη εις τον θαυμασμόν πάντων τον δεινόν αγορητήν και σοφόν νομοθέτην. Χείμαρρος ευγλωττίας καταπλήττει την Συνέλευσιν. Εύτροχος γλώσσα προάγει γλυκείαν και εύτονον φωνήν, αρμονικά μεν φθεγγομένην, λέγουσα δε σοφά. Η ανδρική σκέψις είχε ήδη συγκεράσει τον φλογερόν έρωτα των άκρων δημοκρατικών αρχών και η συνείδησις της υπευθύνου τότε γνώμης έφερε τον Μίλησην εις τους αγωνιζομένους, ίνα στρέψωσι το επαναστατικό ρεύμα της Συνελεύσεως εις τον δρόμον της ομαλής συντακτικής εξουσίας. Πολλοί υπήρξαν οι υπέροχοι άνδρες κατ’ εκείνους τους χρόνους, πολυανδρίαν δ’ ίσως αντί λειψανδρίας έπασχεν η Ελλάς. Αλλ’ ουδενός η λάμψις εσκίαζε τον Μίλησην, η δ’ ικανότης επέβαλε τούτον και εισηγητήν της επί της παρατάξεως του Πολιτεύματος της επιτροπής. Και …εμπρός ραγδαίως αναδεικνυόμενος. Μετά μακράν εκ της πολιτικής απομάκρυνσης καθ’ ην διετέλεσε πρόξενος, επαναβλέπει αυτόν η εθνική αντιπροσωπεία τω 1869, έκτοτε δε διαρκώς επί έτη πολλά.
Ο Μίλησης είχε ήδη ταχθεί εις την πρώτην γραμμήν των αθλητών του κοινοβουλίου. Ουδέποτε παράφορος, της ορμής την οξύτητα πάντοτε απαμβλύνων και πάντοτε ευλαβής ο αληθινός ρήτωρ, ουδέποτε πικρός, ουδέποτε οξύχολος, ουδέποτε εις προσωπικάς επιθέσεις ολισθηρός, μηδ’ εκπίπτων υπό θυμού εις εμπάθειαν, ο Γεώργιος Μίλησης ανεδείχθη εις των κοινοβουλευτικοτάτων ανδρών της νεωτέρας Ελλάδας και έφερεν η πολύστομος φήμη το όνομα αυτού εις την εκτίμησιν της Ελλάδος όλης. Χάρις ειρωνείας επέτρεχεν εις το βαθύ του νοήματος του λόγου αυτού, του λόγου του καλλιτεχνικού, του λόγου του ρυθμικού, του λόγου του αβρού, δεινού δ’ εις δύναμιν επιχειρημάτων, δεινού εις λογικήν, ούτε αρμονικού μεν μη ενθουσιάζοντος δε, ουτ’ ενθουσιάζοντος μεν μη πείθοντος δε, μάλιστα δε πείθοντος. Τις ηδύνατο να διαμφισβητήσει δι’ εφαμίλλων προσόντων την εν τω κόμματι θέσιν του Μίληση; Και εδόθη αυτώ έπαθλον των αγώνων όχι μόνον, ούτε κομματικής αφοσιώσεως βράβευμα, ως πολλάκις ατυχώς συμβαίνει παρ’ ημίν, αλλ’ ίνα χρησιμοποιήση τας αρετάς αυτού, το Υπουργείον της Παιδείας.
Συ(γ)κρύνει η αρχή μορφάς πολλάς, σπανίως δε συμβαίνει εν αυτή και δι’ αυτής να φθάσουσιν οι πολιτικοί άνδρες εις την πολιτικήν αυτών ακμήν. Πολλούς η τύχη ύψωσε μέχρι της υπουργικής έδρας, πάντες όμως δεν κατεφάνησαν αντάξιοι αυτής, ουχί δ’ ολίγων τόνομα κατήλθεν εκείθεν έλαττον η όσον ενήλθεν. Αλλ’ η μορφή του Μίληση δεν εφάνη ελάττων εν τω Υπουργείω της Παιδείας, καίτοι εις άλλα εθεωρείτο ειδικώτερος. Ο αντιμετρών τας δυνάμεις αυτού και προς τους αρίστους εκτός της αρχής, επεβεβαίωσε το ηθικόν αυτού ανάστημα αντάξιον της αρχής. Ο ζήλος ο σφοδρός και η ευγενής φιλοδοξία και φιλοπατρία η αγνή επήρκεσαν ίν’ αναδείξωσι τον υπέροχον νουν γνώστην των αναγκών της εκπαιδεύσεως. Άτυ(φ)ος δε, δεν ηρκέσθη εις την ιδέαν αυτού γνώσιν μόνον, ως πράττουσι πολλοί πολλώ αυτού ήττονες. Συνέστησεν εξ ειδικών ανδρών επιτροπήν δωδεκαμελή ης προέδρευε, ήτις δε πολλά και σοφά κατήρτισε νομοσχέδια περί κατωτέρας και μέσης εκπαιδεύσεως. «Η Ελληνική Πολιτεία -έλεγεν ο Μίλησης συζητουμένου του περί Διδασκαλείου νομοσχεδίου οφειλομένου εις αυτόν- η τόσον πλουσία εις πολιτικούς θεσμούς και άλλα ε(υ)ρύματα πολυτελείας, στερείται του επιουσίου άρτου της κοινωνίας, ήτοι δημοτικών σχολείων αξιών του ονόματος». Και παρεκέλευε την Βουλήν να σπεύση εις θεραπείαν του κακού, φοβούμενος ότι «με την καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας η οποία καθιστά τον λαόν κυρίαρχον εν τη πολιτεία, αν δε φροντίσωμεν να βαδίση παραλλήλως και η πνευματική μόρφωση του Λαού, φοβερά θα είναι τα αποτελέσματα της τοιαύτης απρονοησίας, ήτις θα δημιουργήση κυρίαρχον αμαθή».
Αν ο Μίλησης δεν ηδυνηθή και να εφαρμόσει πάσας τας μεταρρυθμιστικάς αυτού ιδέας, το σφάλμα δεν ανήκει εις αυτόν. Ατυχώς ο μικρός βίος των υπουργείων των χρόνων εκείνων πολλών και άλλων υπήρξε κακών πρόξενος.
Πολιτική διχογνωμία απεμάκρυνε μετ’ ολίγον τον Μίλησην του Κουμουνδούρου. Αλλ’ ότε ο ανήρ εκείνος πανταχόθεν δεινώς πολεμούμενος κινδύνευε να συντριβή, ο Μίλησης συμπνίγειεν τη καρδία του παν δυσαρεσκείας συναίσθημα και προσέρχεται προς τον πρώην αρχηγό του.
Ο Κουμουνδούρος απέθανε. Και ο Μίλησης δεν φαίνεται πλέον ο πριν κρατερός αγωνιστής. Τι παθών συνέστειλεν εαυτόν εις την σιωπήν; Τι παθών άφηκε την φήμην της αξίας αυτού να φέρεται απορούσα διά την εγκατάλειψιν; Μη δεν ηδύνατο τάχα να προσαρμόση πλέον εαυτόν εις τας χρείας των καιρών;
Σπάνιοι αληθώς οι άνδρες οι μη αποκαμόντες εις τον εργώδη και χαλεπόν δρόμον της πολιτικής. Ουδείς ηδύνατο να επισκιάση την λάμψιν του Μίληση και να καταστήση αφανή την υπεροχήν αυτού. Αλλ’ η φύσις δεν κατίσχυσε των δυσχερειών της βιωτικής μερίμνης, και η μεγάλη μορφή του Μίληση μη δυναμένη να δοθή εξ ολοκλήρου εις τους πολιτικούς αγώνας, εφάνη τελευταίον υποχωρήσασα, αποχωρήσασα μάλλον της πρώτης γραμμής ένθα εν δόξη και τιμή προήλαυνε. Δεν εύρισκεν άρα γε και αιτίας πολιτικού ενθουσιασμού; Υπενέδωκε και εις κόπωσιν ή απογοήτευσιν ο πριν αεικίνητος,ο ζωηρός και νευρώδης και ακαταπόνητος οργανισμός;
Ίσως αι συνθήκαι του πολιτικού ημών βίου, ίσως της πενίας ο έντιμος και απαραίτητος εις τους πολιτικούς άνδρας της Ελλάδος κλήρος επέδρασεν επί την ψυχήν αυτού. Ταύτην δε μόνον δεν ηδυνήθη να κατανικήση ο Μίλησης, ο ουδενός εν Ελλάδι δικηγόρου και νομομαθούς δεύτερος. Αλλ’ ούτε η τύχη ηδυνήθη να υβρίση την αρετήν αυτού, δισλάμπουσαν εν εντίμω πενία.
Τοιούτον άνδρα κηδεύομεν σήμερον. Ο Μίλησης ανήκει πλέον εις την ιστορίαν. Ήλπιζεν η επαρχία αυτού ότι θα ηξιούτο και πάλιν της τιμής να αντιπροσωπευθή υπό του εξοχωτέρου τέκνου της, καθ’ ους μάλιστα χαλεπούς καιρούς τόσην έχει ανάγκη η Ελλάς της αρωγής των αξιών αυτής τέκνων των ως ο Μίλησης ικανών. Και εφαίνετο εν τη καρδία του Μίληση ως αναρριπιζόμενον το πυρ εκείνο το πολιτικού δαιμονίου, του οποίου η λάμψις κατηύγασε μεν το όνομα αυτού, περιέβαλε δε και την ιδίαν πατρίδα το ακτινωτόν της αίγλης του. Ατυχώς εν ώρα ακμής ακόμη και ρώμης θαυμαστής νου και σώματος επήλθεν ο θάνατος. Αλλ’ αν ούτε η επαρχία Ερμιονίδος θα αντιπροσωπευθή πλέον υπό του Μίληση ουτ’ εν τη Βουλή θα ηχήση η μελίρρυτος φωνή του, όμως και η πατρίς του και η Βουλή και πάντες οι γνωρίσαντες αυτόν θα τηρήσωσι την μνήμην αυτού εν ευλαβεία και τιμή, μνήμην ην μεσ’ επιφθόνου αίγλης θα παραδώση η ιστορία εις την αθανασίαν».